Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Θα τα γράψεις;

Εικόνα
    Έλα δω πού πας; Τι ωραίες ντομάτες! Μην το μάθει η Κική όμως. Χρειαζόμασταν το τραπέζι, αυτό που μοιράζαν τον άρτο και όλο «βοήθειά σας!» «και του χρόνου να είσαστε καλά!» «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…», αλλά πρώτα έπρεπε οι επίτροποι να μετρήσουνε τα λεφτά. Όλα τα έσοδα ανήκαν στη Μητρόπολη. Όταν, επιτέλους, στρώσαμε πάνω στο αλέκιαστο τραπεζομάντηλο, ο εκλεκτός επισκέπτης εκδηλώθηκε: Πώς να σας ευχαριστήσω για όσα κάνατε σήμερα! Πιο ηλικιωμένος από όλους, φρέσκος πολύ, φορούσε χρυσές αλυσίδες τεράστιες στο στήθος. Μου τις έδωσε ο πατέρας μου, που ήταν ιερέας στην εκκλησία της Φλόριντα. Δεν τις αποχωρίζομαι ποτέ. Δίπλα του ψηλή, όμορφη, γαλανή, η πρεσβυτέρα. Κομψή! Σχεδόν νέα. Καλά περάσαμε τη ζωή μας, προσφέραμε και λάβαμε. Περιποιημένα δόντια, χαμόγελο φωτεινό. Ολόκληρη κυρία. Ελληνοαμερικάνα με το αξάν. Μιας άλλης εποχής γυναίκα, όταν δεν αναρωτιόμασταν και πολλά. Προσευχή, «αιτείτε και δοθήσεται», οι γονείς ακμαίοι, ακόμη γελαστοί και με δύναμη. Τότε που...

Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Εικόνα
  Το πάτωμα ήταν παλιό αγυάλιστο. Τα ντιβάνια κολλημένα στους τοίχους. Καλοκαίρι. Το σεντόνι με ρίγες βαμβακερό. Δύο πεθαμένα περιστέρια... Σκεπάζαμε τα κεφάλια μας με το σεντόνι. Εγώ θα είμαι Ιρλανδός κι εσύ Ιουδαίος.   Μεγαλύτερη από μένα. Με τα μαλλιά της σγουρά ένα γύρω στο πρόσωπο. Εγώ αλογοουρά και αφέλειες. Μου έσφιγγε το κεφάλι το λάστιχο, δεν εφάρμοζε καλά στο μαξιλάρι. Γι αυτό γύριζα στο πλάι και την κοιτούσα ξαπλωμένη. Μιλούσε και γρήγορα, μου άρεσε, εγώ πιο αργά, να σκεφτώ. Έχεις και μια μάνα και μια αδερφή. Η αδερφή σου σε αγαπάει και όταν σε σκοτώνουνε κλαίει. Μα δεν είμαι ο Ιρλανδός που πάω στο γάμο; Γιατί να με σκοτώσουν. Όχι ο Ιρλανδός. Ούτε εγώ Ιουδαίος. Οι Ιουδαίοι σταυρώσανε το Χριστό. Δε θέλω να είμαι Ιουδαίος. Παίζουμε την άλλη ιστορία. Είσαι το παλικάρι είκοσι χρονών που πας στον πόλεμο και σε σκοτώνουνε στο Γκιουλ Μπαξέ. Τα περιστέρια είναι σκοτωμένα στο χωματόδρομο. Μια σκόνη άσπρη, βουλιάζουνε τα δάχτυλα, αφήνουνε πατημασιές. Ολόκληρες πατού...

μένουμε σπίτι

Εικόνα
  Κοίταζε τις ρυτίδες του γύρω από το στόμα και το μέτωπο. Μπορούσε να τις μετρήσει μία -μία. Τις θυμόταν απ’ όταν αρχίσανε να εμφανίζονται. Πρώτα αχνές και μετά όλο βαθαίνανε. Φέτος θα γινόταν εξήντα. Πού είναι τα σχέδιά τους; Τι έγινε η ζωή τους; Επιπόλαιοι και υπάκουοι. Δειλοί κι ανόητοι. Τώρα θα συμβιβαζόνταν με λίγο περπάτημα. Εικοσιπέντε χρόνια, εικοσιπέντε διαφορετικά μέρη και φέτος μέχρι την πλατεία! Μένουμε σπίτι, του είπε κι έβγαλε την τούρτα απ’ το ψυγείο. Αφού δε μπορούμε να πάμε το ταξίδι μας, μένουμε σπίτι. Κοίτα. Ωραία δεν είναι; Στρογγυλή με χειροποίητο παντεσπάνι και κρέμα, ολόκληρη σοκολάτα. Ονειρευόντουσαν για τη στρογγυλή επέτειο, ταξίδι με αεροπλάνο, ξενοδοχείο κυριλέ και σουλάτσο στους δρόμους της Πράγας. Είχανε φανταστεί τους εαυτούς τους με φόντο τα αυστηρά παραταγμένα κτίρια της κεντρικής Ευρώπης, πάνω στο τεράστιο μεσαιωνικό κάστρο με τις φρουρές, τις πολεμίστρες, τους πύργους, και ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος. Να μπαίνουν στα μαγαζιά, να ψωνίζουν ...

προσωπική γνώμη

Εικόνα
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες. Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν. Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

Πάθη

Εικόνα
ἶ χα κα­θυ­στε­ρή­σει πο­λύ. Τὸ ραν­τε­βοὺ ἦ­ταν γιὰ τὶς ἕ­ξι καὶ τώ­ρα κόν­τευ­ε ὀ­κτώ. Βρῆ­κα ὅ­μως τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα ξε­κλεί­δω­τη καὶ τὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς ἔ­ρη­μη. Προ­χώ­ρη­σα δι­στα­κτι­κὰ καὶ ἔ­σπρω­ξα τὸ πορ­τά­κι ποὺ ὑ­πο­χώ­ρη­σε χω­ρὶς τὸν πα­ρα­μι­κρὸ θό­ρυ­βο. Βρέ­θη­κα στὸ μέ­σα δω­μά­τιο κι ἐ­κεῖ ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σα. Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­ψα­χνα κα­θό­τα­νε στὸ κέν­τρο ἑνὸς με­γά­λου τρα­πε­ζιοῦ μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να τε­ρά­στιο δί­σκο. Τὰ φαρ­διά της ὀ­πί­σθια, ἡ καμ­που­ρι­α­σμέ­νη της πλά­τη καὶ τὸ κε­φά­λι, ὅ­λα τε­ρά­στια, ἔ­κρυ­βαν λί­γο ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­φέρ­να­νε νὰ σκε­πά­σουν ὅ­σα ἑ­τοι­μα­ζό­τα­νε νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει. Πρό­λα­βα νὰ δι­α­κρί­νω κομ­μά­τια κρέ­ας βου­τηγ­μέ­να στὴν κόκ­κι­νη σάλ­τσα τους, ψη­μέ­νες ρο­δο­κόκ­κι­νες πα­τά­τες, μιὰ ρο­ζου­λὶ σος πά­νω σὲ ψι­λο­κομ­μέ­να λα­χα­νι­κά, ἄ­σπρο ψω­μὶ καί, τὸ κα­φὲ χρῶ­μα μιᾶς σο­κο­λα­τέ­νιας τούρ­τας. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λα ἐ­δέ­σμα­τα, ποὺ δὲν κα­τά­λα­βα ἀ­κρι­βῶς τί ἦ­ταν. Πο­λύ­χρω­μα, ποι­κί­λα, σ...

Ομορφιά...

Εικόνα
χει τὰ φου­στά­νια της ση­κω­μέ­να στὴ μέ­ση. Ἀ­να­σκουμ­πω­μέ­να. Τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτά. Κά­τι στρα­βὰ κα­κο­χυ­μέ­να πό­δια. Φαί­νον­ται τὰ γό­να­τα καὶ ἡ ἄ­σπρη, πο­λὺ ἄ­σπρη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Δὲν τὰ βλέ­πει ὁ ἥ­λιος – σκε­πα­σμέ­να μὲ τὴ μα­κριὰ φού­στα – o­ύ­τε χά­δι ἀ­πὸ ἄν­τρα κα­νέ­να. Στέ­κε­ται ἔ­τσι στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μιοῦ. Τὸ νε­ρὸ ὁρ­μη­τι­κὸ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη. Κά­νει κύ­κλους τρι­γύ­ρω της. Σπρώ­χνει τὸ δέρ­μα, φου­σκώ­νει τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες, γλύ­φει τὶς πλη­γὲς καὶ τοὺς μώ­λω­πες, πα­γώ­νει τὰ δά­χτυ­λα τὰ ξυ­πό­λυ­τα. Τὰ κό­κα­λα ὅ­μως, τὰ στρα­βο­κολ­λη­μέ­να κό­κα­λα, τὰ πλα­κου­τσά… τὰ κρυμ­μέ­να στὸ κρέ­ας,… αὐ­τὰ δὲν τὰ κλο­νί­ζει. Ἔ­χουν μιὰ δι­κιὰ τους ὁρ­μὴ αὐ­τά, ποὺ τὰ στή­νει ἀ­κού­νη­τα… κόν­τρα στὴ δύ­να­μη τοῦ νε­ροῦ. Στὰ χέ­ρια της, δυ­να­τά, κρα­τά­ει τὰ σπάρ­τα. Τὰ ση­κώ­νει ψη­λὰ καὶ τὰ βου­τά­ει πά­λι στὸ νε­ρὸ νὰ μου­λιά­σουν. Ἔ­χει μ’ αὐ­τὰ νὰ ὑ­φά­νει πα­νί, πρέ­πει νὰ ντύ­σει τὰ ὀρ­φα­νά.Τόσα ὀρ­φα­νά. Τὰ πό­δια τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ στρ...

Δε γίνεται ή μήπως και γίνεται;

Εικόνα
1. ΦΟΙΝΙΚΑΣ τῆς γειτονιᾶς μου ἀρ­ρώ­στη­σε. Πρῶ­τα μα­ρά­θη­κε ἡ κο­ρυ­φή, με­τὰ γεί­ρα­νε τὰ μυ­τε­ρά του κλα­διά, ἔ­γι­νε ἕ­να ξε­ρὸ μνη­μεῖ­ο μι­ζέ­ριας καὶ λα­μο­γιᾶς. (Για­τὶ, ὅ­λοι ψι­θυ­ρί­ζου­νε πιὰ πὼς ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀρ­ρώ­στιας βρί­σκε­ται στὶς προ­μή­θει­ες τῶν ἐρ­γο­λά­βων, ἀ­φοῦ ὅ­πως λέ­νε, στοὺς Ὀ­λυμ­πια­κούς τοῦ 2004, θέ­λον­τας νὰ βά­λου­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα στὴν τσέ­πη, φέ­ρα­νε μο­λυ­σμέ­νους φοί­νι­κες ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτο, ποὺ τοὺς πλη­ρώ­σα­νε φτη­νό­τε­ρα, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α στὰ χαρ­τιὰ ὅ­σο καὶ τοὺς ὑ­γι­εῖς.) Δου­λεύ­ει τὸ σκου­λή­κι, με­τα­δί­δε­ται ἡ ἀ­σθέ­νεια μὲ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἁ­πλώ­νε­ται παν­τοῦ στὶς αὐ­λές, στοὺς κή­πους, στὰ πάρ­κα. Οἱ φοί­νι­κες ποὺ κα­νο­νι­κὰ ζοῦν πολ­λὰ χρό­νια καὶ πα­λι­ό­τε­ρα δή­λω­ναν εὐ­πο­ρί­α, εὐ­μά­ρεια καὶ κα­λο­τυ­χί­α στοὺς κή­πους, ἕ­νας με­τὰ τὸν ἄλ­λον ξε­ραί­νον­ται παν­τοῦ. Τώ­ρα, λέ­νε, χρει­ά­ζε­ται νὰ βροῦ­νε κά­ποι­ον ποὺ νὰ μπο­ρεῖ νὰ τὰ γι­α­τρέ­ψει αὐ­τὰ τὰ δέν­τρα καὶ νὰ τὸν πεί­σου­νε νὰ ἔρ­θει ἐ­δῶ. Νὰ...

Το όνειρο

Εικόνα
Έπαιρνε λαχεία κάθε βδομάδα. Ο λαχειοπώλης την ήξερε με το όνομά της. Κάθε μέρα σχεδόν περνούσε απ’ το μαγαζί. Κουβεντιάζανε κιόλας. Λογαριάζανε τα κέρδη και φανταζόντουσαν μαζί τις επενδύσεις Εκείνη τη Δευτέρα μπήκε ολόχαρος. Την αγκάλιασε. ­–Είκοσι εκατομμύρια! Ακόμη είχαμε τις δραχμές.

Η τσάντα μου

Εικόνα
Αγόρασα μια μικρή, γκρίζα Ιταλική τσάντα. Έχει πολλά τσεπάκια, φερμουάρ, θήκες μέσα κι έξω. Ακόμη και χερούλια έχει πολλά. Δυο μικρά κομψά χεράκια και ένα μακρύ λουρί με αυξομειούμενο μήκος, που μπαίνει χιαστί στο στήθος, όπως τα φυσεκλίκια. Χωράει τα απολύτως απαραίτητα, όπως πορτοφόλι, κινητό τηλέφωνο, ένα στυλό και τα γυαλιά μου. Τα κλειδιά στριμώχνονται στην εξωτερική θήκη που κλείνει με φερμουάρ. Ωστόσο δεν είμαι ευχαριστημένη   από την αγορά μου. Με ενοχλεί το μικρό της μέγεθος και τα πολλά φερμουάρ που δυσκολεύομαι να ανοίγω και να   κλείνω. Μπερδεύομαι επίσης με τα πολλά λουράκια και τις θήκες. Δεν είναι ένα σακούλι να τα πετάξεις όλα μέσα. Κλειδιά, γυαλιά, μολύβια, πορτοφόλι, μπουκαλάκια, σημειώσεις και βιβλία διάφορα.

Ερωτική ιστορία (αριθμός 1)

Εικόνα
Του μίλησε – δε μπορείτε κύριε να ξαπλώνετε ολόγυμνος εδώ που θέλουν να παίξουν παιδάκια – δεν απάντησε. Τον σκούντησε αλλά δεν αντέδρασε. Γι αυτό έσκυψε να τον δει στο πλάι έτσι όπως ήταν γυρισμένος. Στις μακριές τρίχες γύρω από τη γενετήσια περιοχή, περπατούσαν μερμήγκια και μύγες και άλλα μικρά ζωύφια από αυτά που μεγαλώνουν και θεριεύουν με τη ζέστη.

Τα δώρα

Εικόνα
Είχα μπει στο μεγάλο πολυκατάστημα με το τεφτέρι μου – παιχνίδια για τα παιδιά και τα βαφτιστήρια, παντόφλες για τη γιαγιά, εσώρουχα για τη Μαρία και τον Αλέξη, ποτά για τους Βασίληδες και τους Χρήστους, διακοσμητικά για τη Σούλα, τη Φώφη, την Κλαίρη… Δίπλα μου η Μάρθα περιδιάβαινε τους διαδρόμους ευτυχισμένη. Εκείνη δεν χρησιμοποιούσε μπλοκάκι, όλα στο μυαλό της. Είχε κιόλας στοιβάξει   στο καρότσι της ένα σωρό διακοσμητικά κεράκια, γύψινα πολύχρωμα σπιτάκια με φωτεινό πράσινο και έντονο κόκκινο, κάτι στολίδια για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τέσσερις διαφορετικές μπάλες που μέσα τους γύριζε το ψεύτικο χιόνι και σκέπαζε κακόγουστες φιγούρες Αγιοβασίληδων.