"χαημένα τα είχαμε" Αθανασία Βασιλακοπούλου, το γένος Γεωργίου Γούλα, γεννήθηκε στο Βασιλίτσι, παντρεύτηκε στο Χαρακοπιό και πέθανε στην Αθήνα την Κυριακή 17 Μαΐου 2026, ετών 93.
Της είχα τηλεφωνήσει και είχα κανονίσει να τη δω μια Κυριακή πρωί.
Έψαχνα κείνο τον καιρό πληροφορίες για τον Εμφύλιο. Είχα χωθεί στα βιβλία, στις μαρτυρίες και σε ό,τι μπορούσε να μειώσει την άγνοιά μου. Τη σκεφτόμουν και αισιοδοξούσα. Αυτή θα παρατηρούσε, θα ένιωθε, θα ρουφούσε, υπολόγιζα. Θα τα έχει μέσα της όλα όσα γίνανε. Μόλις τη ρωτήσω, θα ανοίξει μια τρυπούλα και θα τρέξουν τα στοιβαγμένα της, φανταζόμουν.
Όσο διάλεγα τα γλυκά που θα της πήγαινα, σκεφτόμουν ότι ήταν ο πατέρας της που σκοτώθηκε, κι εκείνη η μοναδική του κόρη και μετά, όταν χάθηκε κείνος, θα έπρεπε να υπακούει στον μεγαλύτερο αδερφό της, δηλαδή αυτόν που έγινε μετά ο δικός μου πατέρας. Έτσι συνέβαινε τότε στις οικογένειες. Και αυτό μπορεί να δυσκόλευε κι άλλο την κατάσταση, σκεφτόμουν.
Με υποδέχθηκε με συγκίνηση νομίζω. Όμως δε θυμότανε τίποτα... ή δεν ήξερε ή δεν ήθελε να μου πει. Μόνο, “χαημένα τα είχαμε”, επαναλάμβανε.
-Γιατί; Ήταν κι άλλοι στην ίδια κατάσταση;
-Ναι! Θα ήταν. Δε θυμάμαι.
-Εσύ πήγαινες στο σχολείο; Ήξερες γράμματα;
-Έρμο-ήξερα. Πήγα στο σκολιό αλλά έφευγα, δεν καθόμουνα. Μας έστελνε ο δάσκαλος να φέρουμε ξύλα, νερό...
-Για ποιον; για το σχολείο ή για το σπίτι του;
-Για το σπίτι του. Για να μαγερεύει η γυναίκα του, να ανάβει τη φωτιά... Μετά εγώ κοίταγα να κάμω καμιά δουλειά στο σπίτι. Σάρωνα, έπλενα, μπάλωνα, πήγαινα για νερό, να ταΐζω το γουρούνι, να φυλάου τις γίδες... Ήτανε κι ο αδερφός μου ο μικρός... Ζύμωνε η μάνα μου, μαγέρευε. Δεν τα εφκιανε καλά τα φαγιά η μάνα μου, δεν είχαμε κιόλας. Ούλο λάχανα και δε μας αρέσανε.
-Με ποιες έκανες παρέα εσύ; είχες φιλενάδες;
-Κάναμε παρέα με τη Ρούμπινη και τη Βασίλω. Είμαστουνε συνομήλικες.
-Πώς ένιωθες που δεν είχες τον πατέρα σου;
-Πώς να ένιωθα. Χαημένα τα είχα. 60 νοματέοι χαθήκανε στο χωριό.
Τίποτα για το τραύμα, τίποτα για όσα περίμενα.
Μου είπε πολλά όμως για τις δουλειές της.
-Πλέναμε στα Κεντραδάκια, κατέβαινε το ποτάμι από το Μελισομάντρι μέχρι το Σμερτίδι και στήνανε τα καζάνια οι γυναίκες. Έβρεχε τότε, έτρεχε το ποτάμι. Εμείς πηγαίναμε και στη Μούσγα. Εκεί έβγαινε νερό στο χωράφι. Ερχότανε από πιο ψηλά κι έτρεχε αυλάκι. Από τότε που παντρεύτηκα κι έφυγα απ’ το χωριό, πάνω από εξήντα χρόνια, δεν έχω ξαναπάει. Τότε, πάντως είχαμε φτιάσει μια λιμνούλα στην πεζούλα και έτρεχε και το νερό.
Δεν είχαμε σκαφίδα. Τα ακουμπάγαμε τα ρούχα σε μια μεγάλη πέτρα τα σαπουνίζαμε, τα τρίβαμε και άι-άι τα βάναμε στην άλλη. Μετά τα ξεβγάναμε στο αυλάκι που έτρεχε, όπως σου είπα.
Πηγαίναμε με το γαϊδούρι. Παίρναμε και το μικρό καζάνι στη Μούσγα. Στο ποτάμι, αν είχαμε πολλά ρούχα, παίρναμε το μεγάλο. Πλέναμε μια φορά τη βδομάδα... μια στις δεκαπέντε.
Τέτοια μου έλεγε η θεια Θασανία τότε που πήγα να τη ρωτήσω, τι θυμότανε από τον Εμφύλιο, ένα κορίτσι δέκα χρόνων, ορφανό. Τρέμανε τα χέρια της. Όλα τα αδέρφια, και τα τέσσερα την είχανε την τρεμούλα.
Την προηγούμενη Κυριακή, ανήμερα στη γιορτή της μάνας - μια μάνα κι αυτή με τέσσερα παιδιά - έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, τελευταία από τα αδέρφια της.
Στο σπίτι της - όταν καμιά φορά σαν παιδί με φιλοξενούσε - ευχαριστιόμουνα να κάθομαι και να τρώω. Ήσυχα στις καρέκλες μας και τα πέντε - τέσσερα δικά της παιδιά και ένα εγώ - γύρω από το ξύλινο τραπέζι, τα πιάτα μας ταχτικά κι εκείνη με την κατσαρόλα να μας σερβίρει. Μου φαινότανε συγκλονιστική αυτή η διαδικασία. Και πέτρες να μου έβαζε θα τις έτρωγα νομίζω, γιατί στο δικό μας σπίτι δεν είχαμε τέτοια τάξη.
Καλό σου ταξίδι Θεια Θανασία. Θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη και συγκίνηση.
ΣΗΜ. Στη φωτ. ανθισμένος ασφόδελος (σφερδούκλι), ως αναφορά στον ομηρικό «Ασφοδελό λειμώνα» Το λιβάδι με τους ασφόδελους είναι στον Όμηρο μια ουδέτερη ζώνη όπου οι ψυχές περιπλανώνται πριν καταλήξουν στα Τάρταρα.
Ελένη Γούλα

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου