Μια ματιά στον έρωτα, με αφορμή το βιβλίο της Λίτσας Γκούνη, “Απρόσκλητες μνήμες”, Κομνηνός, 2025
Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα μύθο. Τον βρίσκουμε στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, όπου η παρέα του Σωκράτη προσπαθεί να προσδιορίσει τη φύση του έρωτα. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Αριστοφάνης. Παίρνει με τη σειρά του τον λόγο.
Στην αρχή, λέει ο Αριστοφάνης τα ανθρώπινα γένη ήταν τρία. Το Αρσενικό βλαστάρι του ήλιου, το Θηλυκό που φύτρωσε από τη γη και το Ανδρόγυνο που γεννήθηκε από τη Σελήνη. Είχαν μεγάλη δύναμη αυτά τα γένη, που την αντλούσαν από τους γονείς τους και ήθελαν να σκαρφαλώσουν στον Όλυμπο, να γκρεμίζουν από κει τους θεούς. Έκαναν συνέλευση οι Θεοί και ο πάνσοφος Δίας αποφάσισε να χωρίσει τα γένη στη μέση. Και πιο αδύναμα θα γινόντουσαν έτσι και πιο χρήσιμα θα ήταν αφού θα πολλαπλασιάζονταν και θα πρόσφεραν περισσότερες θυσίες κλπ.
Έγινε ο χωρισμός, αλλά οι καινούριοι άνθρωποι νιώθανε μισοί αφού τους έλλειπε το χωρισμένο κομμάτι τους γι αυτό συνεχώς γυρεύανε να βρούνε το άλλο μισό τους ώστε να ξαναγίνουν ολόκληροι.
“Έτσι ρίζωσε [191d] - διαβάζω τη μετάφραση του Η. Σπυρόπουλου - ο έρωτας στον άνθρωπο από τη μακρινή εκείνη εποχή και μ᾽ αυτόν ξαναβρίσκει την ενότητά της η πρώτη μας φύση· κι αυτός κάνει ό,τι μπορεί, για να σχηματίσει από τα δύο ένα και να φέρει τη γιατρειά στην ανθρώπινη φύση. [Από τα παραπάνω βγαίνει ότι ο καθένας μας είναι το μισό απ᾽ ολόκληρο άνθρωπο, αφού είναι κομμένος όπως η γλώσσα (το ψάρι) — το ένα από τα δυο κομμάτια της πρώτης του φύσης· ] γι᾽ αυτό δεν κουράζεται ποτέ ο κάθε άνθρωπος ν᾽ αποζητά το άλλο μισό του.”
Κι έτσι - συνεχίζει ο Αριστοφάνης - όσοι άντρες είναι κομμάτι από το σύνθετο πλάσμα, που είπαμε ότι τότε το ονόμαζαν ανδρόγυνο είναι οι γυναικάδες και οι περισσότεροι απ᾽ αυτούς που απατούν τις γυναίκες τους προέρχονται απ᾽ αυτή τη ράτσα· Το ίδιο συμβαίνει και με τις γυναίκες: όσες είναι ερωτιάρες και μοιχαλίδες, από το ίδιο γένος προέρχονται. Όμως οι γυναίκες που είναι το μισό από ολόκληρη γυναίκα, αυτές ούτε γυρίζουν να δουν άντρα —κάθε άλλο!— αλλά περισσότερο τις τραβούν οι γυναίκες, κι οι λεσβιάζουσες ανήκουν σ᾽ αυτή τη ράτσα. Τέλος όσοι είναι το μισό από ολόκληρον άντρα, κυνηγούν τους αρσενικούς, και στην αρχή, όσο είναι παιδιά, καθώς είναι κομμάτι από αρσενικόν, αγαπάνε τους άντρες και χαίρονται να πλαγιάζουν μαζί και να βρίσκονται στην αγκαλιά αντρών, και αυτά είναι τα πιο προκομμένα αγόρια και παλικαράκια, αφού από τη φύση τους είναι εξαιρετικά αντρειωμένα.
(βλέπουμε εδώ και τις απόψεις των αρχαίων για την ομοφυλοφιλία)
Αυτός είναι ο αρχαίος μύθος και νομίζω πως ακόμη και σήμερα, 2.500 χρόνια μετά, αναγνωρίζουμε την ερμηνευτική του δύναμη. Άλλωστε οι περισσότεροι μεγαλώνουμε με την ελπίδα ότι κάπου υπάρχει το άλλο μας μισό, ενώ όταν ερωτευόμαστε δεν καταλαβαίνουμε τι σας τραβάει ακριβώς στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Τι του βρίσκουμε και γιατί κουβεντιάζουμε λες και γνωριζόσαστε μ’ αυτόν από πάντα. Κάποιοι λένε πως είναι οι αύρες μας που επικοινωνούν πολύ προτού ανταλλάξουμε έστω και μια λέξη με τον άλλον και, “ταιριάζουν τα χνώτα μας”.
Είναι μεγάλο θέμα ο έρωτας, όσο και ο θάνατος λένε οι φιλόσοφοι και έχουν γραφτεί διάσημα έργα εξ αιτίας του.
Όταν λοιπόν μου είπε η γειτόνισσά μου, Λίτσα Γκούνη, ότι έγραψε ένα ερωτικό μυθιστόρημα και μάλιστα Βίπερ Νόρα με ιντριγκάρισε.
Έχουμε συνδέσει τις ερωτικές ιστορίες με τα λαϊκά αισθηματικά αναγνώσματα βίπερ Νόρα. Ψηλοί, μελαχρινοί, πλούσιοι οι άντρες, ευγενικοί, ιπποτικοί, τζέντλεμεν. Οι γυναίκες λεπτές αιθέριες υπάρξεις, συνήθως ταπεινής καταγωγής, αλλά όμορφες πολύ και γεμάτες ευγένεια και καλοσύνη. Τα εμπόδια στον κεραυνοβόλο συνήθως έρωτα του ζευγαριού που είναι κυρίως εξωγενή, ξεπερνιούνται από τους ερωτευμένους και η ιστορία έχει ευτυχή κατάληξη.
Ωστόσο δεν είναι όλα τα ερωτικά μυθιστορήματα σαν τα βίπερ Νόρα με στερεοτυπικούς χαρακτήρες και πανομοιότυπη πλοκή. Ερωτικά ζευγάρια και μεγάλους (άτυχους) έρωτες βρίσκουμε σε σπουδαία κλασικά έργα όπως ο Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ, η Αντιγόνη και ο Αίμων στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, αλλά και λογοτεχνικοί έρωτες με ευτυχή κατάληξη όπως για παράδειγμα η Τιτίκα και ο Μάριος στους Άθλιους του Βίκτωρα Ουγκώ, ή το ζευγάρι στον Αρχισιδηρουργό του Ζωρζ Ονέ, οι οποίοι αφού πέρασαν πολλές δυσκολίες και κινδύνους παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένοι.
Με τέτοιους έρωτες μεγαλώσαμε εμείς οι γυναίκες κυρίως τον περασμένο αιώνα.
Σήμερα ο έρωτας δεν παρουσιάζεται με τον αυτό ρομαντικό τρόπο. Οι σύγχρονοι συγγραφείς (σύμφωνα με την Τ. Ν.) εστιάζουν λιγότερο στο «έζησαν αυτοί καλά» και περισσότερο στο πώς η αγάπη επιβιώνει (ή καταρρέει) μέσα από τα τραύματα, τις κοινωνικές πιέσεις και την καθημερινότητα.
Για παράδειγμα στη μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, που είναι σε όλους γνωστή, ο έρωτας είναι κεραυνοβόλος, αλλά δεν εξελίσσεται ομαλά. Εσωτερικά πάθη που δεν καταφέρνουν να ελέγξουν οι ήρωες αλλά και τυχαία γεγονότα, όπως το θαλασσινό ναυάγιο οδηγούν τους ερωτευμένους στην καταστροφή.
Επίσης στον ξαφνικό έρωτα, την ταινία του Τσεμπερόπουλου που βασίστηκε στο υπέροχο Τάλγκο του Αλεξάκη, ο συγγραφέας μας αφηγείται ένα ρομαντικό δυνατό έρωτα - εμποδισμένο αφού οι ήρωες ζουν μακριά και είναι και οι δυο παντρεμένοι - που έχει πια τελειώσει, αφήνοντας όμως την πανέμορφη ιστορία των επιστολών. Εμποδισμένος είναι και ένας άλλος μεγάλος λογοτεχνικός έρωτας που μας τον αφηγείται ο Γκράχαμ Γκρην στο βιβλίο το τέλος μιας σχέσης, που το γράφει το 1951, αφού κι εκεί η ηρωίδα είναι παντρεμένη. Δεν είναι κεραυνοβόλος, γεννιέται όμως χωρίς να το περιμένει κανείς και είναι πέρα από τις δυνάμεις των ερωτευμένων. Παρόλο που δεν ακολουθεί κλισέ και στερεότυπα, ο έρωτας μένει ζωντανός και δυνατός με τον θάνατο της ηρωίδας.
Και σε ένα πολύ σύγχρονο ερωτικό μυθιστόρημα που το έγραψε μια Ιρλανδέζα η Σάλλυ Ρούνεϋ γεννημένη μόλις το 1991, με τον τίτλο Συνηθισμένοι άνθρωποι και κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2018, παρουσιάζεται ένας έρωτας που δεν είναι ούτε κεραυνοβόλος ούτε γραμμικός. Η συγγραφέας παρακολουθεί τον έρωτα δυο μαθητών που ερωτεύονται και μέσα από τον περίπλοκο εφηβικό ψυχισμό αλλά και την προσωπικότητα που διαμορφώνουν μεγαλώνοντας, παραπαίουν, πέφτουν, σηκώνονται, χωρίζουν, βρίσκονται, ξαναχωρίζουν, νιώθουν αγάπη, τρυφερότητα, νοιάζεται ο ένας για τον άλλον, δημιουργούν κι άλλες σχέσεις, βγαίνουν, κάνουν έρωτα, μπλέκουν σε κακοποιητικές σχέσεις, δοκιμάζουν πειραματίζονται, πληγώνονται και πληγώνουν, περνούν κατάθλιψη, ξαναβρίσκονται, ξαναχωρίζουν.
Ο έρωτας σε όλες τις ιστορίες που έχω διαβάσει, ακόμη κι αν δεν είναι κεραυνοβόλος, όμως πυροδοτείται από κάτι απροσδιόριστο. Οι ήρωες μπορεί να μην είναι κατά γενική ομολογία πανέμορφοι, έχουν όμως κάποια στοιχεία που ελκύουν τον άλλον. Ο /η συγγραφέας αναφέρει ας πούμε μαλλιά, βλέμμα, δόντια ή κάτι άλλο σε κάποιες στιγμές. Μάλιστα η Ρούνευ επιμένει να τονίζει ότι η ηρωίδα της θεωρείται από τους άλλους άσχημη, ακόμη και ο Κόννελ, ο εραστής της βλέπει τα πεταχτά της δόντια, την αδυναμία της κλπ. Όμως αυτά δεν αποτελούν εμπόδια. Τα εμπόδια μπορεί να είναι εξωτερικά π.χ. δεσμευμένοι οι εραστές με γάμο, αλλά κυρίως εσωτερικές συγκρούσεις και αμφιθυμίες.
Η Λίτσα Γκούνη δεν γράφει Βίπερ Νόρα. Αφηγείται πράγματι έναν μεγάλο έρωτα, αναγνωρίζουμε στερεότυπα των αισθηματικών μυθιστορημάτων (εκείνος ωραίος και διάσημος, εκείνη όμορφη καλλιεργημένη και άσημη), όμως ο κοινωνικός προβληματισμός, τα ιστορικά γεγονότα και οι παράλληλες αφηγήσεις από παλαιότερες εποχές, μας επιτρέπουν να πούμε ότι το βιβλίο χρησιμοποιεί την ερωτική ιστορία σαν όχημα για να σκιαγραφήσει μια εποχή, έναν κόσμο και ανθρώπινους τύπους.
Δεν θα αναφερθώ εδώ σε αυτές τις πτυχές του βιβλίου (κοινωνικές-πολιτικές), αλλά θα επικεντρωθώ στην ερωτική αφήγηση, καθώς η συγγραφέας επιμένει στο ερωτικό φαινόμενο, το περιγράφει, το παρατηρεί και το παρακολουθεί σε πολλές εκφάνσεις.
Απομονώνω χαρακτηριστικά:
Ο έρωτας είναι μαγεία, χημεία, καρδιά, μυαλό, ψυχή, εμπιστοσύνη, ορμόνες, αγάπη. Ένα περίεργο και μαγικό κράμα που όταν κλείνει μέσα του το όλον αυτών των λέξεων αξίζει. Ειδάλλως είναι ορμόνες. Ξεκάθαρα. (σ. 49)
Και ο έρωτας είναι γκρεμός,[ σκέφτηκε,] αλλά τόσο ωραίο να πέφτεις μέσα του! (σ.120)
Λες αυτά που θέλω να σου πω, ακούς αυτά που ακούω, σκέφτεσαι όπως σκέφτομαι κι εγώ σε πολλά πράγματα. Πραγματικά είσαι μοναδική. (σ. 137)
Πρώτη φορά εμπιστεύομαι μια γυναίκα με την πρώτη ματιά. Δεν θέλω να χαθούμε. Έχω κάνει πολλά λάθη Αντιγόνη, μ’ εσένα νιώθω ότι είσαι αυτό που θέλω. (σ. 143)
Κάνεις λάθος, όπως λέει ο Μίλαν Κούντερα, ο έρωτας δεν εκδηλώνεται με την επιθυμία να κάνεις έρωτα, αλλά με την επιθυμία του μοιρασμένου ύπνου (σ. 144)
Μπορείς να σταματήσεις ένα ποτάμι; ένα χείμαρρο; ο έρωτας άρχισε να μεθάει να ζαλίζει κορμιά, καρδιές και ψυχές. Θα τις στριφιγύριζε, θα τις στροβίλιζε με την ορμή της θύελλας. (σ. 151)
Τώρα, χωρίς να έχω αγγίξει αυτό το κορίτσι, το νιώθω δικό μου. Νομίζω ότι το ξέρω από τότε που γεννήθηκα. Το περίμενα φαίνεται. (σ. 152)
Η έλλειψη αμφιβολίας είναι ο έρωτας; Η βεβαιότητα που νιώθεις ότι ο άλλος τα εισπράττει μ’ έναν μαγικό τρόπο, χωρίς να σε βλέπει. Να σε ακούει μέσα από κύματα, από συχνότητες φανταστικές. Συχνότητες ερωτικές που μόνον οι ερωτευμένοι μπορούν να μεταφέρουν. (σ. 151)
Αυτό είναι ο έρωτας, να μην θέλεις να δεις κανέναν! Να είσαι συνέχεια μαζί με τον άλλον, που μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή (σ. 169)
Όταν ο έρωτας δεν σου περάσει, γίνεται αρρώστια. Μετατρέπεται σε δηλητήριο, θέλοντας να μολύνει καθετί που τον προσπέρασε και τον πλήγωσε. Είναι κτητικός, φθονερός και εκδικητικός ο έρωτας που απορρίφθηκε. (σ. 215).
Έτσι δεν είναι, φίλοι, μου ο έρωτας; Μπορεί κανείς να τον σταματήσει; Μόνο να τον ικανοποιήσει μπορεί. Αλλιώς είναι χαμένος. Και αυτό το δείχνει η Λίτσα Γκούνη με τους χαρακτήρες που πλάθει, τις καταστάσεις που επινοεί, τις λέξεις που επιλέγει.
Ακόμη έτσι είναι ο έρωτας. Κι αν οι νέοι σήμερα ερωτεύονται συχνότερα από παλιά, κι αν αλλάζουν συντρόφους ερωτικούς, κι αν εκπαιδεύονται να μην πιστεύουν στον μεγάλο έρωτα, κι αν καλλιεργείται και προβάλλεται μια εμπορική διάσταση του έρωτα στις δυτικές κοινωνίες, κι αν οι ανθρώπινες καρδιές μαθαίνουν στον κυνισμό, όμως ακόμη τον αναζητούμε οι άνθρωποι τον έρωτα. Αυτόν που πηγάζει αυθόρμητα και μας αναστατώνει την ύπαρξη. Το αρχέγονο επαναστατικό συναίσθημα, που δεν εμποδίζεται από κοινωνικές τάξεις, πολιτικές σκοπιμότητες και κάθε είδους περιορισμό. Γεννιέται, φουντώνει και μπορεί να σαρώσει στο ξέσπασμά του τα πάντα
Ελένη Γούλα





Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου