Βιβλία

(2025) Ονομάζομαι

Δαίμονες παραχωμένοι σε κρύπτες αλυχτάνε και σπρώχνουν. Είναι καιρός να φωνάξουμε τα ονόματα. Να δούμε τα πρόσωπα, να κοιτάξουμε το σκηνικό.
Τα σφυριά πελεκάν, οι παραγιοί κουβαλούν, χτίζουν πάλι οι χτίστες. Ταιριάζουν τα υλικά σε φόρμες καινούριες. Φέρνουν μηχανήματα, προγραμματίζουν ρομπότ, συνδέουν υπολογιστές με τα δίκτυα. Σηκώνονται νέες οικοδομές κει που γκρεμίστηκαν οι πέτρες. Άντρες -Γυναίκες- Άλλα, δοκιμάζουν μεταξύ τους παπούτσια .
“Κάθισα και τα έγραψα. Έτσι όπως ερχόντουσαν οι λέξεις. Αλλάζοντας ονόματα και προσθέτοντας πού και πού στοιχεία πλοκής. Ακολουθώντας όσο μπορούσα τους κανόνες του είδους κι κείνο το νεύμα το άρρητο που παραφυλάει στις στροφές. Αίμα και λάμψη, ομορφιά και πόνος. Μέρος για ν’ απαγκιάσεις και ν’ αντέξεις τον κόσμο, το γράψιμο”. 
 
ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
 
 

Το «Ονομάζομαι» είναι η τέταρτη «αυτόνομη» εκδοτική εμφάνιση της Ελένης Γούλα και σηματοδοτεί την πρώτη φορά που δοκιμάζεται στην πιο εκτεταμένη φόρμα της νουβέλας. Προηγήθηκαν οι συλλογές διηγημάτων Σοκολάτα και άλλες αμαρτίες το 2011 και το Όταν περάσει η εποχή των ταξιδιών… και έρθει ο καιρός των δέντρων το 2015 από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, καθώς και το Θειάφι και άλλα δαιμόνια το 2021 από τις εκδόσεις Ενύπνιο, από όπου εκδόθηκε και το παρόν. Και στις τρεις συλλογές, παρότι αποτελούνταν από αυτοτελή και διακριτά μεταξύ τους αφηγήματα, εμφιλοχωρούσε η μαγική αίσθηση του ενιαίου· τα κείμενα διαβάζονταν με τη σειρά, με χαλαρούς αλλά εμφανείς μεταξύ τους αρμούς και ένα πάντα κοινό υπέδαφος -τη μνήμη στη Σοκολάτα, την Ελλάδα της Κρίσης στον Καιρό των δέντρων, ομοίως και στο Θειάφι, με την επιπλέον συνθήκη του πανδημικού εγκλεισμού- προετοιμάζοντας με έναν τρόπο το έδαφος για μια περισσότερο εκτεταμένη αφήγηση.

Μοιάζει με ενός είδους «προσωπικό στοίχημα» το Ονομάζομαι, και καταπιάνεται με το ευαίσθητο όσο και φλέγον θέμα της έμφυλης βίας, ψήγματα του οποίου, με μια προσεκτική ανάγνωση, ανιχνεύονται σε κάποια διηγήματα της Σοκολάτας. Αν θέλω να είμαι ακριβέστερη, θα πρέπει να πω ότι αυτό που προσεγγίζει η νουβέλα, ήδη από το εξώφυλλο και τον τίτλο, Ονομάζομαι, είναι η αθέατη πλευρά της, όχι η σκοτεινή αλλά η ημι-φωτισμένη: πιο συγκεκριμένα, ακριβώς εκείνη η διάστασή της που την κρατά στο ημίφως: η ντροπή και το αίσθημα προσωπικής ενοχής που κατέχει τα θύματά της, τα παραλύει και τα φιμώνει. Αυτή την ντροπή υποδηλώνει η φλουταρισμένη, «μισή» φωτογραφία γυναικείου προσώπου στο εξώφυλλο, αυτήν επιδιώκει να ξορκίσει η νουβέλα· εδώ, το «ανείπωτο», το εν κρυπτώ, το «εν οίκω» γίνεται «εν δήμω», εκτίθεται σε κοινή θέα μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα.Το Ονομάζομαι συνομιλεί εμβληματικά με την «των ονομάτων επίσκεψιν» κατά το ρητό, η οποία δεν είναι απλώς «αρχή σοφίας» αλλά πρωτίστως αρχή κάθαρσης και λύτρωσης: η ονοματοθεσία των πράξεων, η μετάβασή τους από τη νεφελώδη επικράτεια της αβεβαιότητας, της παρεξήγησης, της ενοχής και της συν-ενοχής στο στέρεο έδαφος της επίγνωσης, του οποίου στοιχειώδης συνθήκη είναι το γλωσσικό σημείο, η λέξη που πονάει, μα όταν προφέρεται, απομυθοποιείται και λυτρώνει.

Η νουβέλα είναι γραμμένη με την τεχνική του παστίς, ανθολογώντας, αφομοιώνοντας και ενσωματώνοντας ετερόκλιτα διακείμενα, από δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, στοιχεία, καταγραφές, αναρτήσεις στο διαδίκτυο, tweets μέχρι αναφορές σε εμβληματικά έργα αυτοδικίας, όπως η παπαδιαμαντική Φόνισσα, ή η συνταρακτική Πηγή των Παρθένων του Μπέργκμαν. Το «συμβάν»-άξονας του αφηγηματικού ιστού, το τιμωρητικό«ξεγύμνωμα» και ο δημόσιος εξευτελισμός του κακοποιητή, καθώς και άλλα παράπλευρα συμβάντα, η αφύπνιση του θύματος, η εξομολόγηση, ο τελετουργικός ευνουχισμός του θύτη από την έως τότε συνένοχα σιωπηλή σύντροφό του, όλα μας παραδίδονται διαμεσολαβημένα από αφηγήσεις. Η τριτοπρόσωπη «δημοσιογραφική» καταγραφή εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη -γνώριμη στυλιστική επιλογή της συγγραφέα αυτή η εναλλαγή- τόσο από την κεντρική ηρωίδα, την καθηγήτρια και ιθύνοντα νου της διαπόμπευσης Γεωργία, όσο και από τα περιφερειακά πρόσωπα της ιστορίας, τα οποία ουσιαστικά «πρωταγωνιστούν» με τη σιωπή τους, ως βουβοί μάρτυρες που προσποιούνται ότι δεν βλέπουν ή ότι δεν τους αφορά. Στον συγκλονιστικό, θεατρικής δομής με εναλλασσόμενους μονολόγους «αγώνα λόγων» που επιτελείται μέσα στο Γραφείο των καθηγητών, εκδιπλώνονται και αναπτύσσονται όλες οι πτυχές της επιθετικής επιχειρηματολογίας ενοχοποίησης του θύματος: Ο αντιδραστικός, συντηρητικός καθηγητής που μιλά για σεξουαλικά αφυπνισμένα κορίτσια που προκαλούν και κατά βάθος επιδιώκουν την παρενόχληση ή/και τον βιασμό· η μετριοπαθής διευθύντρια που προτείνει ψυχραιμία και συγκάλυψη του περιστατικού, με απόσπαση της «υπόλογης» στο Γραφείο μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος για να μην εκτεθεί το σχολείο εν όψει προφανώς και αξιολόγησης· η τάχα μου συναινετική και ανθρωπίστρια θεολόγος, που μιλά για χριστιανική αγάπη και «συγχώρεση» και καταδικάζει την αυτοδικία ως εκδίκηση· η νεαρή αναπληρώτρια, η μόνη που συντάσσεται με παρρησία στο πλευρό της Γεωργίας, αρθρώνοντας το αυτονόητο· η μετριοπαθής φωνή των «ίσων αποστάσεων» του μαθηματικού, που «κατανοεί» την απονενοημένη κίνηση αλλά επιθυμεί και τη βέλτιστη πρακτική  προς όφελος του σχολείου και των παιδιών -ενώ στην πραγματικότητα επιχειρεί να εργαλειοποιήσει το συμβάν προς όφελός του και στην υπηρεσία των πολιτικών του φιλοδοξιών για συμμετοχή στα Κοινά του Δήμου.

[...] 

Εγώ σε πιστεύω, αδελφή μου, έλεγε το εμβληματικό σλόγκαν στις πρόσφατες εκδηλώσεις και διαδηλώσεις κατά της έμφυλης βίας. Ένα σλόγκαν που λοιδορήθηκε, παρωδήθηκε, σατιρίστηκε, υποτιμήθηκε όσο κανένα. Κι όμως, πέρα από τη συναισθηματική του φόρτιση, η έμπρακτη σημασία του είναι άκρως ορθολογική: Χρειάζεται ένα μίνιμουμ κοινής κοινωνικής εμπιστοσύνης για να συσταθεί το έγκλημα. Στα υπόλοιπα αδικήματα υπάρχει, σε περιπτώσεις καταγγελίας για όποια σωματική ή ηθική βλάβη, ο φερόμενος ως «αδικούμενος» περιβάλλεται από την προστασία του Νόμου και την κοινωνική συμπάθεια. Στη σεξουαλική κακοποίηση ωστόσο, μεγεθύνεται και προβάλλεται το «τεκμήριο της αθωότητας», πολύτιμο βέβαια εργαλείο δικανικού ορθολογισμού και ουμανισμού, που ωστόσο, ακριβώς το «εργαλείο», εργαλειοποιείται περαιτέρω και αξιοποιείται υπέρ του θύτη. Η γυναικεία μαρτυρία, όταν δεν υποτιμάται ως «υπερβολική», ή προϊόν υστερίας, τεμαχίζεται στην προκρούστεια κλίνη της ηθικής αυτουργίας. Προτού ο ανεκδιήγητος εισαγγελέας στην πρόσφατη δίκη ηθοποιού για κατά συρροήν κακοποιήσεις φτάσει να πει «Ο κατηγορούμενος έχει τρελαθεί, έχει ορμές, βιολογικά πράγματα» το είχε ήδη προφέρει μια ολόκληρη κοινωνία μεταξύ τυρού και αχλάδος, διακωμωδώντας τη γνωστή δήλωση ότι «το ελληνικό θέατρο είναι ένα τεράστιο κρεβάτι». Προτού ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατακεραυνώσει παντοιοτρόπως την ιστορικής σημασίας αγόρευση της Εισαγγελέα στη δίκη των δολοφόνων της Ελένης Τοπαλούδη ως αδικαιολόγητα συναισθηματική και μεροληπτική, μία ολόκληρη κοινωνία αναρωτιόταν, (κακόπιστα ή καλόπιστα, πραγματικά δεν ξέρω τι είναι χειρότερο) «Τι έκανε νύχτα με δύο άντρες;»Από τη φρικαλεότητα του «τα ήθελε» ως την δήθεν προστατευτική συγκατάβαση του «δεν πρόσεχες κι εσύ, βρε κοπέλα μου;» η απόσταση είναι μικρότερη από όσο φανταζόμαστε: Στην πραγματικότητα δεν υφίσταται καν, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: του αρχαίου -αλλά ακόμα σε ισχύ- εκείνου νομίσματος που αποτιμά την ανδρική σεξουαλικότητα ως φυσική δύναμη, κάτι σαν τα ηφαίστεια και τους σεισμούς -ποιος θα καταδίκαζε τον Εγκέλαδο;- και τη γυναικεία ως ντροπή.

Αυτό το αίσθημα της ντροπής που επικολλάται σαν στίγμα πάνω στη γυναίκα από την πρώτη της περίοδο -ίσως και από πρωτύτερα- ως τον θάνατό της, συνοδεύοντας την ενεργή σεξουαλική της δραστηριότητα αλλά και την όποια βία υφίσταται, είναι στο συγγραφικό στόχαστρο της Γούλα. Θέτει ενώπιόν μας όλα τα στερεότυπα που πλαισιώνουν και ενισχύουν το αφήγημα της πατριαρχίας, σε όλη τη γυμνότητα, τον παραλογισμό, την υποκρισία και την πονηρία τους: Στο επίκεντρο της πλοκής τεχνηέντως εδράζει το γεγονός· ποιο γεγονός; Της κακοποίησης; Για αυτό θα είχε νόημα να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση. Όχι, το γεγονός είναι η πράξη αυτοδικίας της Γεωργίας, το συμβολικό ξεγύμνωμα του κακοποιητή, το οποίο απηχεί στο σχολείο όπου εργάζεται, και η διαχείρισή του είναι ποικιλότροπη, άλλοτε καταγγελτική, ενίοτε, όπως προαναφέρθηκε και αλληλέγγυα· κανείς ωστόσο δεν φαίνεται να φρίττει με το κυρίως γεγονός της συστηματικής κακοποίησης και να αναλαμβάνει δράση, αντίθετα όλοι, καθείς με τον τρόπο του και με το δικό του μερίδιο εθελοτύφλωσης, στέκεται στην αυτοδικία.

Παράπλευρα διαμεσολαβημένα αφηγήματα φτάνουν στη Γεωργία και με τη σειρά τους και σε εμάς, ένα από αυτά είναι και εκείνο το θλιβερό και παμπάλαιο στερεότυπο της «άπλυτης φεμινίστριας», όπως και το εκ πρώτης όψεως λογικοφανές Γιατί δεν έφευγε;καθώς και το Γιατί δεν το κατήγγειλες; που αρθρώνεται από τον σύζυγό της. Η απάντηση σε όλα αυτά, και ειδικά στο τελευταίο, δίνεται στις υποσημειώσεις της συγγραφέα: «Το περιπολικό, κυρία μου, δεν είναι ταξί», ήταν η θεσμική απόκριση στην έκκληση για βοήθεια από κατά συρροή κακοποιημένη γυναίκα, που, τι ειρωνεία! λίγα λεπτά αργότερα δολοφονήθηκε στο κατώφλι του αστυνομικού τμήματος όπου είχε προσφύγει. Ώστε η μόνη λύση είναι η αυτοδικία; Αυτό υπαινίσσεται η Ελένη Γούλα; Ίσως, αλλά δεν το υπαινίσσεται η συγγραφέας, το κραυγάζει η πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που γράφεται παράλληλα με τη νουβέλα της -και την προλαβαίνει.

Και αυτό αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του κειμένου, που του προσδίδει την προστιθέμενη αξία του επίκαιρου και του επείγοντος: είναι ένα βιβλίο που ξαναγράφεται και επανεγγράφεται την ίδια στιγμή που γράφεται: ένα αφήγημα εν δυνάμει, ανοιχτό σε νέες εγγραφές και ιστορήματα, μία καίρια προσθήκη σε έναν διάλογο που έχει ανοίξει και δεν θα κλείσει μέχρι να ανοίξει και το τελευταίο κλειστό στόμα, μέχρι να πέσει φως σε όλες τις σκιές, μέχρι η ντροπή και ο φόβος να αλλάξουν οριστικά στρατόπεδο. Μέχρι, παραφράζοντας τα ακροτελεύτια λόγια της συγγραφέα, μία ανθισμένη ροδοδάφνη να κεράσει σε όλους –και κυρίως σε όλες– το άρωμά της.

 
 Το Ονομάζομαι της Ελένης Γούλα (εκδ. Ενύπνιο) εισέρχεται σε ένα από τα πιο εύθραυστα και ταυτόχρονα διεκδικούμενα πεδία της σύγχρονης γραφής. Εκεί όπου η ταυτότητα δεν συνιστά σταθερό πυρήνα, αλλά ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο ίχνος, διαποτισμένο από μνήμη, επιβολή και τραύμα. Από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μια αφήγηση κατοχύρωσης, αλλά για μια διαδικασία αμφισβήτησης, ένα πεδίο όπου το «όνομα» δεν δίνεται, αλλά κατασκευάζεται, αποδομείται και επαναδιατυπώνεται.

Η γραφή της κινείται με ευαισθησία και ρυθμική ακρίβεια, υιοθετώντας μια ποιητική οικονομία που επενδύει περισσότερο στον υπαινιγμό παρά στη δήλωση. Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο αναδύεται και η βασική ένταση του βιβλίου. Ενώ το υλικό που επιστρατεύεται —η μνήμη, το σώμα, το κοινωνικό αποτύπωμα- μοιάζει να αξιώνει ρήξεις και ευθείες εκφορές, συχνά επιλέγει την οδό της αφαίρεσης. Το τραύμα σκιαγραφείται, αλλά σπάνια αφήνεται να διαρρήξει τη μορφή. Η βία διαπερνά τη γλώσσα, χωρίς όμως να αποκτά πάντοτε τη σκληρότητα της ρητής εκφοράς.
Έτσι, το Ονομάζομαι ισορροπεί σε μια λεπτή, σχεδόν επικίνδυνη γραμμή ανάμεσα στην αποκάλυψη και την αυτοσυγκράτηση, ανάμεσα στην επιθυμία να ειπωθεί και στον φόβο της πλήρους έκθεσης. Και ίσως ακριβώς εκεί να εντοπίζεται το ουσιαστικό του διακύβευμα. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο: «Δαίμονες παραχωμένοι σε κρύπτες αλυχτάνε και σπρώχνουν. Είναι καιρός να φωνάξουμε τα ονόματα». Εδώ προτείνει μια πράξη αποκάλυψης, μια σχεδόν τελετουργική έξοδο από τη σιωπή. Ωστόσο, στο κείμενο, η «φωνή» μοιάζει να συγκρατείται. Αντίστοιχα, η εικόνα της ανακατασκευής που επίσης προτείνεται («χτίζουν πάλι οι χτίστες», «σηκώνονται νέες οικοδομές») λειτουργεί ως μεταφορά για τη διαμόρφωση της ταυτότητας σε έναν σύγχρονο, μεταβαλλόμενο κόσμο, όπου τα φύλα («Άντρες – Γυναίκες – Άλλα») δοκιμάζουν ρόλους και όρια. Κι όμως, αυτή η δυναμική παραμένει περισσότερο δηλωτική παρά βιωμένη. Η γραφή αγγίζει το πολιτικό, χωρίς να το αφήνει να διαρρήξει πλήρως τον λυρικό της πυρήνα. Το «Ονομάζομαι» διαθέτει συνοχή, ατμόσφαιρα και μια καθαρή συγγραφική φωνή που γνωρίζει τα εκφραστικά της μέσα. Όμως η συνέπεια αυτή συνοδεύεται από μια μορφή αυτοπροστασίας. Η Γούλα δείχνει να γνωρίζει με ακρίβεια μέχρι πού θέλει να φτάσει και να σταματά συνειδητά πριν από το σημείο της ρήξης. Το ερώτημα που αφήνει πίσω του το βιβλίο δεν αφορά μόνο την ταυτότητα, αλλά και την ίδια τη γραφή: πόσο μακριά μπορεί —ή θέλει— να φτάσει όταν αγγίζει αυτό που πονά;

Οι χαρακτήρες στο «Ονομάζομαι» της Ελένης Γούλα δεν συγκροτούνται ως ολοκληρωμένες ρεαλιστικές προσωπικότητες, αλλά ως ρευστές μορφές συνείδησης — θραύσματα μνήμης, αντηχήσεις τραύματος και σκιές ενός εαυτού σε διαρκή μετατόπιση. Έτσι, οι μορφές λειτουργούν λιγότερο ως φορείς δράσης και περισσότερο ως ενσαρκώσεις εσωτερικών καταστάσεων, συγκροτώντας ένα ποιητικό τοπίο όπου το άρρητο δεν εξηγείται αλλά βιώνεται. Ενώ το εξώφυλλο λειτουργεί ως εύστοχη προέκταση της ποιητικής του έργου. Η εικαστική επιλογή μιας γυναικείας μορφής θραυσμένης ή αφαιρετικής, δεν προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα, αλλά αφήνει κενά. Και αυτά τα κενά είναι ουσιώδη γιατί εκεί γράφεται η απουσία, η σιωπή, ίσως και η βία της μη-αναγνώρισης. Δεν υπάρχει εξωστρέφεια αλλά ένα βλέμμα στραμμένο προς τα μέσα, σχεδόν τελετουργικό. Δεν αφηγείται αλλά υπονοεί. Και μέσα από αυτόν τον υπαινιγμό, προετοιμάζει την αναγνώστρια/τον αναγνώστη για ένα έργο που κινείται ανάμεσα στη φωνή και τη σιωπή, την εξομολόγηση και την απόσυρση. Συγχαρητήρια στις Εκδόσεις Ενύπνιο για την αισθητική επιλογή που αναδεικνύει με ευαισθησία το πνεύμα του βιβλίου. Σε μια εποχή όπου η ταυτότητα συχνά δηλώνεται, προβάλλεται και καταναλώνεται, το «Ονομάζομαι» επιχειρεί να επιστρέψει στο σημείο μηδέν. Εκεί όπου το όνομα δεν είναι βεβαιότητα αλλά ρήγμα. Ίσως, τελικά, η ουσία του να βρίσκεται όχι σε όσα λέγονται, αλλά σε εκείνα που συγκρατούνται. Και σε αυτό το όριο, ανάμεσα στην αποκάλυψη και τη σιωπή δοκιμάζεται τόσο η ταυτότητα όσο και η ίδια η γραφή.

-Έλενα Ακανθιάς: Ελένη Γούλα «Ονομάζομαι» Εκδόσεις Ενύπνιο, 2026. fractalart   «το βιβλίο δεν αφηγείται μόνο μια τραυματική εμπειρία, αλλά την είσοδο αυτής της εμπειρίας στον δημόσιο χώρο»
 

Το Ονομάζομαι της Ελένης Γούλα είναι ένα κείμενο που αντλεί τη δύναμή του όχι μόνο από το θέμα του, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζει ένα κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα σε λογοτεχνική μορφή. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία στη νουβέλα δεν είναι απλώς η αναπαράσταση της έμφυλης βίας, αλλά η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από το μεμονωμένο περιστατικό προς το πεδίο των αντιδράσεων, των διαμεσολαβήσεων, των θεσμικών και κοινωνικών αποκρίσεων που γεννά ένα τέτοιο γεγονός όταν παύει να παραμένει στο σκοτάδι. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο δεν αφηγείται μόνο μια τραυματική εμπειρία. Αφηγείται την είσοδο αυτής της εμπειρίας στον δημόσιο χώρο και, μαζί, την αμηχανία μιας κοινωνίας που καλείται να την αντικρίσει. Η βασική αρετή της νουβέλας έγκειται στο ότι δεν εγκλωβίζεται στη στενή διπολικότητα θύματος-θύτη. Το ηθικό και αφηγηματικό της ενδιαφέρον διευρύνεται προς ένα ολόκληρο σύστημα λόγων, βλέψεων, δικαιολογιών και στάσεων. Ο χώρος του σχολείου, το γραφείο των καθηγητών, το αστυνομικό τμήμα, οι μαρτυρίες, οι μισές πληροφορίες, οι αντιφατικές κρίσεις, συγκροτούν μια σκηνή στην οποία δοκιμάζεται όχι μόνο η αντοχή ενός προσώπου, αλλά και η ποιότητα της συλλογικής συνείδησης. Αυτό είναι αποφασιστικό. Η βία, εδώ, δεν είναι απλώς πράξη, είναι κοινωνική κυκλοφορία του λόγου γύρω από μια πράξη. Γι’ αυτό και το βιβλίο αποκτά βαρύτητα που υπερβαίνει τη θεματική του επικαιρότητα.

Το έργο παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως προς την αφηγηματική του τεχνική. Η συγγραφέας δεν επιλέγει μια ευθύγραμμη, ομοιογενή αφήγηση. Αντίθετα, οργανώνει το υλικό της μέσα από εναλλαγές αφηγηματικών επιπέδων, μεταβάσεις ανάμεσα σε τριτοπρόσωπη καταγραφή (Μια Κλήση, σελ.7, Ονομάζομαι, σελ.11) πρωτοπρόσωπη βιωματική εκφορά (Σημειώσεις Γ.Χ. 21-5, σελ 76,) διαλογικά επεισόδια (Το Κόνσεπτ, 2, σελ.35-38) και καταθετικού χαρακτήρα αποσπάσματα (Αφήγηση Φωτεινής Ψ, σελ. 100). Η εστίαση μετακινείται, η πληροφορία δεν παραδίδεται πλήρως από την αρχή, το κεντρικό γεγονός δεν ξεδιπλώνεται ως απλό χρονικό, αλλά ως αργή αποκάλυψη. Αυτή η τεχνική δεν υπηρετεί απλώς τη δημιουργία αγωνίας, υπηρετεί κυρίως την ίδια τη φύση του θέματος. Σε τέτοιες εμπειρίες, η αλήθεια δεν δίνεται ποτέ ατόφια, φτάνει διαμελισμένη, καθυστερημένη, διαβρωμένη από σιωπές, ενοχές, φόβους και υπεκφυγές. Η αποσπασματική δομή του βιβλίου είναι, επομένως, αισθητικά αιτιολογημένη.

Ιδίως, οι σκηνές στο γραφείο των καθηγητών αποτελούν από τις πιο επιτυχημένες σελίδες του βιβλίου. Εκεί, η συγγραφέας οργανώνει κάτι σαν πολυφωνική μικροκοινωνία, όπου κάθε πρόσωπο εκπροσωπεί όχι απλώς τον εαυτό του, αλλά έναν τύπο λόγου. Ο συντηρητισμός, η ηθικολογία, η ψευδοψυχραιμία, η εξισορρόπηση, η καιροσκοπία, η αλληλεγγύη, η διοικητική αγωνία για τη «φθορά» του θεσμού, δεν προβάλλονται αφηρημένα, αλλά ενσαρκώνονται δραματουργικά. Το αποτέλεσμα εί-ναι ότι η νουβέλα αποκτά σχεδόν θεατρική πυκνότητα. Οι διάλογοι δεν είναι διακοσμητικοί ούτε απλώς πληροφοριακοί. Αποκαλύπτουν μηχανισμούς άμυνας μιας ολόκληρης κοινότητας. Από την άποψη αυτή, η τεχνική της Γούλα δείχνει ιδιαίτερη επίγνωση του πώς μπορεί ο διάλογος να λειτουργήσει όχι μόνο ως μέσο πλοκής, αλλά και ως εργαλείο κοινωνικής χαρτογράφησης.

Η κατασκευή των χαρακτήρων ακολουθεί την ίδια λογική. Αν κάποιος αναζητήσει ψυχογραφική ανάπτυξη με την κλασική έννοια, ενδέχεται να θεωρήσει ότι ορισμένα πρόσωπα παραμένουν σκόπιμα μονοσήμαντα ή λειτουργικά. Όμως, εδώ η επιλογή είναι διαφορετική. Οι χαρακτήρες, ιδίως οι δευτερεύοντες, δεν υπηρετούν έναν ρεαλισμό βάθους, αλλά έναν ρεαλισμό θέσεων. Δεν αναπτύσσονται πρωτίστως ως πλήρεις εσωτερικές συνειδήσεις, αλλά ως φορείς κοινωνικών αντανακλαστικών. Η διευθύντρια, ο καθηγητής που σχετικοποιεί, η φωνή της συγχώρεσης, ο μετριοπαθής καιροσκόπος, η νεότερη που αντιδρά χωρίς περιστροφές, όλα αυτά είναι πρόσωπα, αλλά ταυτόχρονα είναι και μορφές ιδεολογικής τοποθέτησης. Η λογοτεχνική τους λειτουργία δεν βρίσκεται στην πολυπλοκότητα του βίου τους, αλλά στο ότι αποκαλύπτουν πώς οργανώνεται ένα περιβάλλον, όταν η βία παύει να είναι ψίθυρος και γίνεται κοινό συμβάν.

Η κεντρική μορφή, η Γεωργία, είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του βιβλίου, ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζεται ως απλό σύμβολο δικαίωσης. Δεν ηρωοποιείται άκριτα, ούτε αποδίδεται ως αψεγάδιαστη συνείδηση. Η συγγραφέας της επι-τρέπει θυμό, φθορά, τραυματική εσωτερικότητα, συσσωρευμένη οδύνη, ηθική ένταση. Η πράξη της δεν προσφέρεται στον αναγνώστη ως αυτονόητα «σωστή» ή «λάθος», αλλά ως σημείο θραύσης. Αυτό ενισχύει τη λογοτεχνική της πειστικότητα. Μια λιγότερο σύνθετη γραφή θα την είχε μετατρέψει σε διδακτικό σχήμα. Εδώ, αντίθετα, παραμένει ασταθής, πληγωμένη, φορτισμένη, και, ακριβώς, γι’ αυτό ανθρώπινη. Το βιβλίο δεν τη χρησιμοποιεί για να αποδείξει μια θέση. Την τοποθετεί μέσα στην αντινομία της πράξης και αφήνει την ηθική ένταση να λειτουργήσει.

Σχετικά με τη μορφή του θύτη, η συγγραφέας ακολουθεί αντίστροφη στρατηγική. Δεν επιδιώκει εμβάθυνση στον ψυχισμό του, ούτε κατασκευάζει ένα περίπλοκο πορτρέτο κακού. Αυτή η επιλογή είναι εύστοχη. Αν η νουβέλα αφιέρωνε μεγάλα τμήματα στην κατανόησή του, θα κινδύνευε να μεταφέρει το βάρος από τη βία στις εξηγήσεις της. Αντίθετα, εδώ, ο θύτης λειτουργεί ως κέντρο εξουσίας και φόβου, όχι ως αντικείμενο συμπάθειας ή ψυχολογικής περιέργειας. Η βία δεν απορροφάται σε ένα ατομικό πορτρέτο, αλλά παραμένει συστημική.

Η γραφή του κειμένου επιτυγχάνει υψηλό βαθμό ακρίβειας, καθώς αποφεύγει κάθε μορφή ρητορικής περίσσειας. Έτσι, αποκτά βάρος. Κινείται ανάμεσα στη λιτότητα και στη συναισθηματική φόρτιση, ανάμεσα στην απογυμνωμένη καταγραφή και στη στιγμιαία ποιητική θέρμανση. Σε αρκετές σελίδες, η Γούλα επιτυγχάνει μια κοφτή, καθαρή, σχεδόν ψυχρή εκφορά, η οποία ταιριάζει εξαιρετικά στο αντικείμενό της. Το τραύμα δεν στολίζεται, αλλά λέγεται με φειδώ. Οι σιωπές, οι υπαινιγμοί, οι ξαφνικές ακμές των διαλόγων, η σχεδόν διοικητική ψυχρότητα ορισμένων καταθετικών αποσπασμάτων, όλα αυτά συγκροτούν μια γλωσσική οικονομία που αντιστέκεται στην εύκολη συγκίνηση. Εκεί, το έργο γίνεται πιο ισχυρό όταν εμπιστεύεται τη σκηνή, τον τόνο και το υπόγειο νόημα, λιγότερο αν θα έτεινε να κατονομάσει υπερβολικά το συναίσθημα. Όταν, όμως, αναδύεται η σωματική μνήμη και το βάθος της προσβολής, η γλώσσα πλησιάζει μια πιο λυρική ένταση. Αυτή η εναλλαγή λειτουργεί υπέρ του έργου, επειδή αποτυπώνει την ίδια τη δυσκολία του θέματος, άλλοτε δηλαδή, επιβάλλεται η απόσταση, άλλοτε σπάει.

Η δομή της νουβέλας, ιδωμένη συνολικά, αποκαλύπτει μια συνειδητή προσπάθεια να αποδοθεί η βία όχι ως μοναδικό περιστατικό, αλλά ως πλέγμα επιβιώσεων, αναδρομών και συλλογικών συμπεριφορών. Οι μετατοπίσεις από το παρόν στο παρελθόν, από την ατομική ανάμνηση στη θεσμική σκηνή, από το προσωπικό τραύμα στη δημόσια διαχείρισή του, δημιουργούν μια αφήγηση που δεν ενδιαφέρεται για την εξωτερική ισορροπία τόσο όσο για τη συσσώρευση μιας ηθικής και συναισθηματικής πίεσης. Η δομή αυτή είναι ανοιχτή, όχι αυστηρά συμμετρική. Όμως αυτή η σχετική ανοιχτότητα ταιριάζει σε ένα έργο που αναζητεί τη φόρτιση της εμπειρίας.

Διαβάζοντας το Ονομάζομαι, ο αναγνώστης μπορεί εύλογα να το εντάξει σε έναν γόνιμο διακειμενικό διάλογο με σημαντικές ξένες συγγραφείς που έχουν επεξεργαστεί τη συνάρτηση γυναικείας εμπειρίας, βίας και κοινωνικού πλαισίου. Η σύγκριση αυτή λειτουργεί ερμηνευτικά, φωτίζοντας διαφορετικές εκδοχές μιας κοινής προβληματικής. Ενδεικτικά, με την Margaret Atwood το έργο της Γούλα συναντάται στην αντίληψη της βίας όχι ως μεμονωμένης ιδιωτικής εκτροπής, αλλά ως φαινομένου που εγγράφεται σε ευρύτερες σχέσεις εξουσίας. Ωστόσο, η Γούλα επιλέγει συνειδητά να αποφύγει τη δυστοπική κατασκευή και να κινηθεί εντός ενός οικείου, αναγνωρίσιμου κοινωνικού περιβάλλοντος, προσδίδοντας έτσι άμεση εγγύτητα στην εμπειρία. Αντίστοιχα, η ενεργοποίηση της μνήμης ως δυναμικού και παρόντος στοιχείου φέρνει το κείμενο σε διάλογο με την Toni Morrison. Εδώ, όμως, η Γούλα δεν επιδιώκει μια εκτεταμένη μυθιστορηματική ενοποίηση, αλλά διατηρεί μια πιο αποσπασματική και ρηγματωμένη αφηγηματική μορφή, που ανταποκρίνεται στη φύση της εμπειρίας που αποδίδει. Με την Doris Lessing συναντάται στο σημείο όπου το προσωπικό φέρει τη σφραγίδα των κοινωνικών δομών. Η Γούλα, ωστόσο, επιλέγει μια περισσότερο έμμεση και αφηγηματικά ενσωματωμένη απόδοση αυτών των δομών, αντί για ρητή αναλυτική ανάπτυξη. Η σύγκριση με τη Virginie Despentes καθίσταται εξίσου γόνιμη ως προς την άρνηση εξωραϊσμού της βίας. Παρ’ όλα αυτά, η Γούλα διαφοροποιείται ως προς τον τόνο, επιλέγοντας μια πιο εσωτερική και διαβρωτική επεξεργασία, που δεν στηρίζεται στην εκρηκτικότητα αλλά στη σταδιακή ένταση. Οι παραπάνω αναφορές καθιστούν εμφανές ότι το έργο της Γούλα δεν προσεγγίζει απλώς μια ήδη διαμορφωμένη παράδοση, αλλά τοποθετείται δημιουργικά εντός της, αναπτύσσοντας τη δική του αφηγηματική και αισθητική πρόταση.

Εκείνο, πάντως, που δίνει στη νουβέλα μια σαφή θέση μέσα στη σύγχρονη ελ-ληνική λογοτεχνική παραγωγή είναι ότι το βιβλίο μετατοπίζει τη συζήτηση για τη βία από την καθαρή θεματική της αναπαράσταση στη λογοτεχνική σκηνοθεσία της κοι-νωνικής της ακουστικής. Δεν δείχνει, απλώς, ότι υπάρχει κακοποίηση, αλλά δείχνει πώς μιλά η κοινωνία όταν αυτή η κακοποίηση δεν μπορεί πια να αποκρυφτεί. Δείχνει ποια επιχειρήματα τίθενται σε κυκλοφορία, πώς ενεργοποιούνται τα στερεότυπα, πώς προστατεύονται οι θεσμοί, πώς μετατοπίζεται η συζήτηση από το έγκλημα στη διαχείριση της διατάραξης. Αυτό είναι σημαντικά ουσιώδες, καθώς η νουβέλα δεν περιορίζεται στη δραματοποίηση της γυναικείας οδύνης, αλλά αναπαριστά την κοινωνική μηχανική που την περιστοιχίζει. Η Γούλα, δηλαδή, φέρνει στο ελληνικό πεζογραφικό πεδίο ένα κείμενο όπου ο δημόσιος λόγος, η μαρτυρία, η διασπορά των φωνών και η συλλογική ενοχή δεν λειτουργούν ως πλαίσιο, αλλά ως υλικό της ίδιας της αφήγησης. Το βιβλίο δεν θεωρεί αρκετό να μιλήσει για το τραύμα, αλλά προσπαθεί να βρει τη μορφή εκείνη που να μπορεί να χωρέσει όχι μόνο τον πόνο, αλλά και την παραμόρφωσή του από τους άλλους. Έτσι, η σπουδαιότητα του κειμένου είναι διττή, καθώς δεν εξαντλείται στο θέμα, αλλά επεκτείνεται και στη μορφή.

Τελικά, το Ονομάζομαι είναι ένα βιβλίο με λογοτεχνική τόλμη, επειδή επιλέγει να μη λύσει εύκολα όσα θέτει. Δεν αναζητεί την ανακουφιστική κάθαρση ούτε την άψογη αφηγηματική εξομάλυνση. Προτιμά να παραδώσει έναν κόσμο ραγισμένο, έναν κόσμο όπου το ιδιωτικό παύει βίαια να είναι ιδιωτικό και η κοινότητα εκτίθεται μαζί με το τραύμα που προσπαθεί να απορροφήσει. Αν η λογοτεχνία έχει ακόμη τη δύναμη να απογυμνώνει τρόπους σκέψης και όχι μόνο να αναπαριστά εμπειρίες, τότε, η νουβέλα της Ελένης Γούλα αποτελεί μια ανήσυχη και εξαιρετικά σημαίνουσα συμβολή.

 
 

Το τέταρτο βιβλίο της Ελένης Γούλα (εκδ. Ενύπνιο, 2026) είναι μία νουβέλα, σε αντίθεση με τα προηγούμενα, που ήταν διηγήματα ή και υβριδικά κείμενα που σχετίζονταν με εικόνες ή ημερολογιακές καταγραφές. Κινούνταν πάντα, όπως και αυτό, ανάμεσα στο βίωμα και τη μυθοπλασία, με οδηγό συχνά το συναίσθημα, όπως επίσης συμβαίνει και εδώ.

Ο τίτλος, αυτή τη φορά, λιτός, μισός θα έλεγα, όπως και συνολικά το εξώφυλλο -προφανώς όχι τυχαία. Καλύπτεται μόνο η μισή σελίδα, ενώ η υπόλοιπη μένει άδεια. Εκτός από το ρήμα που περιμένει λογικά ένα συμπλήρωμα για να αποκτήσει νόημα, και η φωτογραφία που το κοσμεί είναι μισή (αλλά και θολή, σκοτεινή) και μοιάζει να περιμένει κι αυτή ένα συμπλήρωμα. Η φωτογραφία που αποτυπώνει μία γυναίκα υποδηλώνει μια συρρικνωμένη ύπαρξη, κι ακόμα θλιμμένη ίσως, πάντως ανολοκλήρωτη, ένα «τραυματισμένο» -τουλάχιστον μεταφορικά- είδωλο.

Το βιβλίο πράγματι αναφέρεται σε ένα οδυνηρό θέμα, την κακοποίηση των γυναικών. Μέσα από την εκτύλιξη μιας κεντρικής ιστορίας και ορισμένων περιφερειακών, αναδύεται η ιστορία της καταπίεσης της γυναίκας, η χρόνια αλαζονεία της κυρίαρχης αρσενικής στάσης, η ασυλία της πατριαρχικής συμπεριφοράς και το επείγον αίτημα της αλλαγής. Κι αν υπάρχουν στο βιβλίο ιστορίες που η συγγραφέας μπορεί να έχει βιώσει ή ακούσει, η νουβέλα συμπυκνώνει με επιτακτικό τρόπο αυτό το αίτημα, διατρανώνει τη φωνή της θηλύτητας και καταγράφει με πάθος το πρόταγμα της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Το βιβλίο είναι γραμμένο με πάθος, όπως αυτό της κεντρικής ηρωίδας, της Γεωργίας Χρήστου. Η Γεωργία είναι καθηγήτρια φιλόλογος, συνεπής, μετρημένη, σοβαρή, ισορροπημένη, «κανονική», που κάποια στιγμή, φαινομενικά ξαφνικά (γιατί στην πραγματικότητα τίποτα ποτέ δεν γίνεται ποτέ ξαφνικά, κάτι σιγοβράζει και κοχλάζει, συγκεντρώνεται και ξεχειλίζει και οδηγεί στην έκρηξη) προβαίνει σε ένα απονενοημένο διάβημα, όχι σε αυτό που συνήθως χαρακτηρίζουμε ως τέτοιο, δεν αυτοκτονεί δηλαδή, αλλά με έναν τρόπο αυτοκαταστρέφεται (και με αυτή την έννοια μοιάζει να αυτοκτονεί μεταφορικά), μέσα από τη δημόσια διαπόμπευση ενός άντρα στην οποία προέβη υπό μορφή αυτοδικίας – δεν αναφέρω εδώ τις λεπτομέρειες, αφού και στο βιβλίο αποκαλύπτεται σταδιακά η πράξη της στην ολότητά της, ωστόσο  οφείλω να επισημάνω το βασικό, ότι ο άντρας είχε διαπράξει το αδίκημα του βιασμού, αν και όχι προς την καθηγήτρια. Αυτή η κομβική επιλογή τη φέρνει αντιμέτωπη με το περιβάλλον της, τον σύζυγο, τους συναδέλφους, ακόμα και τον πρότερο εαυτό της, μετατρέπει τον οικείο της χώρο σε εχθρικό και επικίνδυνο, την καλεί να πάρει καίριες αποφάσεις και να ανασύρει ό,τι διαθέτει σε ψυχικό απόθεμα.

Την συναντάμε αρχικά στο Αστυνομικό Τμήμα όπου καλείται να καταθέσει, εξ ου και το «ονομάζομαι», και από κει και πέρα η ιστορία εκτυλίσσεται και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, γιατί πρέπει να μάθουμε βέβαια τόσο όσα προηγήθηκαν και την οδήγησαν στην πράξη αυτή, όσο και όσα θα συμβούν στη συνέχεια. Μέσα από αυτές τις διαδρομές γνωρίζουμε και άλλα πρόσωπα, ιδίως του σχολικού περιβάλλοντος – η συγγραφέας ξέροντας καλά τον χώρο του σχολείου τον επιλέγει όχι μόνον ως σκηνικό αλλά και ως πεδίο όπου οι σχέσεις των ανθρώπων και των φύλων/ φίλων δοκιμάζονται, όπου ανθούν ιστορίες, εφηβικές εξομολογήσεις, ενήλικες αντιδράσεις, στάσεις και επιλογές. Είναι ένα πρόσφορο περιβάλλον, λόγω της συνύπαρξης ή συνάντησης πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, εμπειριών και ψυχισμών.

Σε σχέση με την εκτύλιξη του μύθου να πούμε λίγα πράγματα ακόμα. Εφόσον μαθεύτηκε η πράξη της καθηγήτριας και ουσιαστικά βρέθηκε κατηγορούμενη και διωκόμενη, όλοι άρχισαν να την πιέζουν επιτακτικά ακόμα και ασφυκτικά να απομακρυνθεί από το σχολείο, ώστε να μην στοχοποιηθεί αυτό, πράγμα που -παρά τις πιέσεις- η Γεωργία αρνείται να κάνει. Παρακολουθούμε μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια τη συνεδρίαση ενός συλλόγου διδασκόντων με αναλυτικά καταγραμμένες τις τοποθετήσεις διαφόρων συναδέλφων, έναν τρόπον τινά αγώνα λόγων, ώστε να αναδειχθούν με ενάργεια και μεγάλη ευστοχία οι ποικίλες στάσεις και οι χαρακτήρες που περιβάλλουν τη Γεωργία, δειλοί, υποτακτικοί, τολμηροί, μεσοβέζικοι, ελισσόμενοι, φιλόδοξοι κλπ.

Υπογραμμίζω εδώ μιαν αξιοσημείωτη αντιστροφή: το βασικό γεγονός δεν είναι ο βιασμός που έκανε ο άντρας, αλλά η πράξη τιμωρίας που έκανε η γυναίκα, η αυτοδικία, αφού αυτός προχώρησε σε μήνυση εναντίον της, και κατηγορούμενος – διωκόμενος δεν είναι εκείνος αλλά εκείνη, στοιχείο που δείχνει με τον τρόπο του τη δομή της κοινωνίας και την εμπεδωμένη πατριαρχία που διαποτίζει τα πάντα.

Άλλωστε, μια από τις ιστορίες του βιβλίου, μια παρέκβαση, που ουσιαστικά δεν είναι παρέκβαση, αλλά είναι συμπλήρωση, είναι στοιχειοθέτηση, είναι άλλη μια πικρή σταγόνα που προστίθεται στο σύνολο, διαδραματίζεται πάλι σε σχολείο, σε ένα σχολείο παλιότερων χρόνων σε χωριό, όπου ο δάσκαλος με την αχλή της αυθεντίας και το συμβολικό βάρος της θέσης του θεωρεί δικαίωμά του να παρενοχλεί σεξουαλικά τη μικρή μαθήτρια, που δεν τολμά να μιλήσει. Άλλες εποχές. Άλλες εποχές; Κι εδώ το θύμα ντρέπεται αντί για τον θύτη.

Αυτή η ιστορία ακολουθείται από μιαν ακόμα μυθοπλαστική αφήγηση, μια ιστορία τοποθετημένη σε ένα τρένο, όπου μια επιβάτισσα αντιλαμβάνεται πως το κοριτσάκι απέναντί της, που συνοδεύεται από έναν άντρα, μάλλον είναι θύμα αρρωστημένων ορέξεων του ενήλικα.

Η αφήγηση εναλλάσσεται ανάμεσα σε τριτοπρόσωπη και πρωτοπρόσωπη, αφού εκτός από τον εξωτερικό αφηγητή, παρακολουθούμε και τις καταγραφές της ηρωίδας υπό μορφή σημειώσεων (γιατί είναι λύτρωση να μιλάς και υπάρχει και ένα είδος ροής συνείδησης σε κάποια σημεία), που ανατρέχουν και στο παρελθόν και σε άλλα αποξεχασμένα περιστατικά, αλλά και την αφήγηση της Φωτεινής, φίλης και συναδέλφου της Γεωργίας, που της συμπαραστέκεται. Μάλιστα μέσω της δικής της αφήγησης παρεισφρέει ακόμα ένα ανατριχιαστικό περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης. Κι ακόμα μια καταγγελία στο σχολείο διαρκούσης της ιστορίας της Γεωργίας, μια καταγγελία μαθήτριας για ενδοοικογενειακή, σεξουαλική βία. Το φριχτότερο πρόσωπο αυτής της βίας.

Η συγγραφέας στέκεται με συμπάθεια απέναντι στην ηρωίδα της, προσπαθεί με κάθε τρόπο όχι απλώς να εξηγήσει αλλά και να δικαιολογήσει την πράξη της, στηριγμένη στη συσσωρευμένη αγανάκτηση που κουβαλά το φύλο της. Προτείνει ένα πρότυπο γυναίκας που δεν λυγίζει μπροστά στις πιέσεις, που ακόμα κι όταν μένει μόνη έχει αποθέματα για να αντλήσει κουράγιο, που αγωνίζεται με πάθος και συμπαραστέκεται στους αδύναμους, που έχει βαθιά και ζηλευτή αίσθηση αξιοπρέπειας.

Το βιβλίο δυναμώνει τη φωνή των γυναικών αντιμετωπίζοντας ένα σωρό επιχειρήματα που ακούγονται εναντίον των θυμάτων, αποδομεί τα στερεότυπα που θέλουν το θύμα να φταίει, όπως «τα ήθελε», «κουνιόταν», «ντυνόταν προκλητικά» κλπ. Δεν είναι τυχαίο που η συγγραφέας έχει προβεί σε αρκετά εκτεταμένη έρευνα και παραθέτει αρκετές πηγές για ποικίλα σχετικά θέματα, νομοθεσίες, γυναικοκτονίες, ενδοοικογενειακή βία, βιβλία, ταινίες, ιστοσελίδες, αποσπάσματα ακόμα και στα αγγλικά, όπως δηλαδή τα βρήκε στο διαδίκτυο, και πολλά ακόμη. Και μ’ αυτή την έννοια, νιώθει κανείς ότι το βιβλίο συνεχίζεται ή μπορεί να προεκτείνεται δυστυχώς στην πραγματική ζωή, στα επόμενα περιστατικά ή να απλώνεται στον χρόνο, σε ό,τι έχει συμβεί είτε έχει καταγραφεί είτε όχι, λειτουργεί δηλαδή συνεκδοχικά. Επίσης, η αφήγηση παρουσιάζει πολύ εύστοχα και φωτίζει τον μικρόκοσμο και τον ευρύτερο κόσμο, την οικογένεια και το επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον, τον όποιο περίγυρο και τον ιδιαίτερο ρόλο που αποκτά σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με το σεξουαλικό έγκλημα, που είναι πιο υποφωτισμένο σε σχέση με τα άλλα, αφού – όπως σωστά έχει ειπωθεί- δεν έχει μάρτυρες.

«Η σάρκα η τραυματισμένη, δεν αντέχει κανονικό χάδι. Και όχι δεν ξέρετε, δεν μπορείτε να καταλάβετε, να συχωρήσετε αυτή την αδυναμία του πόνου. Κι αν αρχίσει κάποιος να λέει, χίλιες δυο αιτίες, τόσες στρεβλώσεις, τόσα συμπλέγματα οδηγούν στη βουλιμία που έφερα για παράδειγμα, ή σε ουσίες εθιστικές που ναρκώνουν τον εγκέφαλο να μην πονάει, δεν έχει ιδέα, δεν μπορεί να ξέρει και να υπολογίσει τη βία της διείσδυσης και μετά τις ενοχές και την ανημπόρια. Τόση ανημπόρια. Και πώς μετά να αφεθείς στο χάδι, πώς να δεχτείς το φιλί και τον οργασμό, πώς να τον αφήσεις να σε διαλύσει και καβάλα στο μαΐστρο να ταξιδέψεις στη ζωή».

Κι έτσι καταλαβαίνουμε -τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου- ότι το «ονομάζομαι» του τίτλου μένει λειψό γιατί στη θέση της Γεωργίας Χρήστου θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε γυναίκα, όπως και στη θέση της θολής φωτογραφίας η καθεμιά, αφού όλες λίγο πολύ οι γυναίκες έχουν κάποια στιγμή στη ζωή τους δεχτεί σεξιστικά σχόλια ή υποτίμηση λόγω του φύλου τους, παρενόχληση ή διάκριση, ακόμα και βία κάποιου είδους. Την ίδια ώρα το «ονομάζομαι» λειτουργεί και ως δήλωση υπόστασης. Το βιβλίο συνολικά είναι η συμπύκνωση της γυναικείας εμπειρίας, είναι η φωνή, η κραυγή της γυναίκας που έχει υποστεί την ορατή ή αόρατη έμφυλη βία, που θέλει, ζητά, αγωνιά να αλλάξει τον κόσμο, να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη, να βρει τη δύναμη της διεκδίκησης, της άρνησης των στερεοτύπων και της επανόρθωσης των αξιών.

Τέλος, θα ήθελα να αναφερθώ και στη γραφή της Ελένης Γούλα. Η γλώσσα της είναι πάντα απλή και καθημερινή, το ύφος της οικείο. Χωρίς να τονίζεται αφήνεται να διαφύγει ένα συναίσθημα, ένας πόνος, μια συγκίνηση. Ο προφανής ρεαλισμός εμποτίζεται από στοιχεία ποιητικά, υπαινικτικά, εμβόλιμες αφηγήσεις με ασάφεια στη σύνδεση, αλλά σαφήνεια στο μήνυμα. Και κάτι ακόμα: η σχέση της με τη φύση είναι καθοριστική. Τα βιώματα του χωριού, της αγροτικής ζωής ζουν μέσα της ανεξίτηλα και λειτουργούν εξακολουθητικά. Στο συγκεκριμένο βιβλίο το ίδιο το θέμα δεν αφήνει χώρο για τη φύση. Και όμως. Υπάρχουν στιγμές που το αγαπημένο θέμα εισχωρεί και τότε η αφήγηση παίρνει μια άλλη μορφή, ποτίζεται από έναν λυρισμό, παρότι κατά τα άλλα δεν είναι λίγες οι στιγμές που η γλώσσα γίνεται ωμή, ακόμα και πρόστυχη θα μπορούσε να πει κάποιος αν δεν ήταν απολύτως φυσική, πειστική, ρεαλιστική. Γι’ αυτή την ανατροπή αντιγράφω μια «κόντρα» παράγραφο, που βέβαια χρησιμεύει για να υπογραμμίσει τη δύναμη των αδυνάτων: «Παινεύεται ο άνθρωπος ότι μπορεί να τη νικήσει τη Φύση, να τη δαμάσει, να την κυβερνήσει. Σκάβει τα σωθικά της γης, σχίζει τους αιθέρες, πατάει με τα πόδια του το φεγγάρι. Ε, και; Να η ταπεινή μαργαρίτα που σπάει το ντουβάρι, να το δέντρο που φυτρώνει μόνο του από την  κουτσουλιά του πουλιού και ψηλώνει, ψηλώνει, θεριεύει και μπορεί να δροσίζει ένα ολόκληρο χωριό κάτω από τον ίσκιο του, να γκρεμίσει ένα σπίτι με τις ρίζες του, να κρύψει φίδια, κουνάβια, πουλιά, μέλισσες, και ένα σωρό άλλα ζωντανά πλάσματα της φύσης».

Έτσι και η γυναίκα σαν την ταπεινή μαργαρίτα, σαν το δέντρο, μπορεί και πρέπει να υψωθεί, μπορεί και πρέπει να ανθίσει, μπορεί και πρέπει να νικήσει.

 

(2021) Θειάφι και άλλα δαιμόνια, Ενύπνιο

Ακόμη κι αν δεν υπήρχες, θα σε έστηνα στην καθήγκλα σου. Σα να είμαστε και πάλι στην αυλή. Να παραβγαίνουμε ποιος θα φτάσει τα περισσότερα μούρα. Να βλέπει ο ένας με τα μάτια του αλλουνού και μαζί να φτιάχνουμε την εικόνα. Για να γίνουν τα άγρια κάπως πιο φιλικά και τα βάρη, να αλαφρώσουν. Όπως τα μεγάλα τσουβάλια ή κείνος ο κουβάς που σηκώναμε παρέα σε όλο το δρόμο της εξοχής. Αλλά και τότε που χορεύαμε στο κέντρο – ή μήπως ήτανε κλαμπ – όταν φούσκωνε τόσο η καρδιά μου που νόμιζα θα σπάσει ή θα βγει να ανοίξει σαν το φρέσκο τριαντάφυλλο και μετά πυροτεχνήματα στο ουρανό
Στιγμές του Αθηναϊκού κέντρου, της Ελληνικής επαρχίας, εικόνες του σύγχρονου κόσμου. Φέτες που στοιβάζονται η μια δίπλα στην άλλη, στριμώχνονται και σφαδάζουν. Κομμάτια μαλακά με τρυφερή σάρκα, που ζητάνε το μοίρασμα. Μαραίνονται σαν τη φλούδα και ζαρώνουν στη μοναξιά.

 
Τριάντα σύγχρονες καταγραφές ημερολογίου που παρεμβάλλονται ανάμεσα σε πενηνταδύο εικόνες/ιστορίες/στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής (από το οπισθόφυλλο) 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

-Λίλια ΤσούβαΜνήμη και βιωματικότητα στην πεζογραφία της Ελένης Γούλαhttp://www.periou.gr
-Κατερίνα ΠαναγιωτοπούλουΚαθώς η ζωή κυλάει και χύνεταιΠεριοδικό "Μανδραγόρας"
-Ελένη ΚοφτερούΘειάφι και άλλα δαιμόνιαfrear.gr
-Βασίλης ΓούλαςΌταν η «μαγιά» γίνεται «θειάφι»Περιοδικό "Μανδραγόρας"
-Γιούλη ΧρονοπούλουΠροζύμι από τις μνήμες, μαγιά από την καθημερινότητα 

 

(2020) Το λαϊκό θέατρο στη νεότερη Ελλάδα, μια βιωματική περιήγηση στον χώρο. (e-book) β΄ έκδοση https://www.openbook.gr/to-laiko-theatro-sti-neoteri-ellada/

(2015)Όταν περάσει η εποχή των ταξιδιών... και έρθει ο καιρός των δέντρων,
Μανδραγόρας

Η συγγραφέας, αφηγείται 18 ιστορίες που διαδραματίζονται στα χρόνια της ελληνικής κρίσης, 
παρεμβάλλοντας 23 εικόνες- σχόλια  πάνω στην επικαιρότητα της οκταετίας 2007-2015,
σ' αυτήν τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της μετά τη "Σοκολάτα και άλλες αμαρτίες". 
Στην πολυτροπική συλλογή της Ελένης Γούλα η κρίση υποβόσκει, γεννά σκέψεις, ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις, δημιουργεί ερωτηματικά και αναζητήσεις για τη διαφυγή και την επιβίωση των ηρώων της 
όπως τους ζει μέσα στο σκληρό και φορές αποτρόπαιο αστικό τοπίο  της πληγωμένης πρωτεύουσας.
(από το οπισθόφυλλο)

ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

 Γιούλη ΧρονοπούλουΝήματα ζωής, "Fractal", Αύγουστος 2018

Κυριακή ΑδαλόγλουΟ καιρός των δέντρων, κι ένα μαλάκωμα της ψυχής, "Fractal", Απρίλιος 2017

 Ευάγγελος ΤζάνοςΌταν περάσει η εποχή των ταξιδιών... και έρθει ο καιρός των δέντρων, Περιοδικό "Μανδραγόρας", τχ. 54, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2016

 
(2011)Σοκολάτα και άλλες αμαρτίες, Μανδραγόρας
    
Ένα κορίτσι μεγαλώνει στην ελληνική επαρχία του '60. 
Τελειώνει το δημοτικό στο χωριό, πηγαίνει στην κοντινή κωμόπολη για το γυμνάσιο
και τελικά, φοιτήτρια, μετακομίζει στην πρωτεύουσα των πολλών εκατομμυρίων. 
Σπουδάζει, ταξιδεύει, κάνει φιλίες, ερωτεύεται. 
Και καταγράφει τις ιστορίες που ζει και παρατηρεί, 
τις καθημερινές ιστορίες που συμβαίνουν γύρω μας.


Δεκαεπτά αφηγήσεις που συνθέτουν το παζλ της διαδρομής μιας πιτσιρίκας
που γίνεται γυναίκα με κριτική σκέψη, ευαίσθητη, χαμηλόφωνη, αληθινή
και ταυτόχρονα διεισδυτική, ανήσυχη και ανυπόταχτη. 

(από το οπισθόφυλλο)

ΚΡΙΤΙΚΕΣ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος, "Βιβλία με έρωτες, φιλίες, επιγραφές, ιδέες στα χρώματα του χειμώνα", Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία 17-12-2011

Κατερίνα ΘεοδωράτουΣοκολάτα και άλλες αμαρτίες, Περιοδικό "Μανδραγόρας", τχ. 45, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2011

Ξενοφών ΜπρουντζάκηςΤη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, "Το Ποντίκι"/ "Βιβλιοπόντικας", τχ. 215, Καλοκαίρι 2011

 
 (2000) Το λαϊκό θέατρο στη Νεότερη Ελλάδα. Βιωματική περιήγηση στο χώρο,
 Αθήνα, σελ. 246

Καταγραφή μιας βιωματικής σχολικής δράσης. Μια ομάδα εφήβων μαζί 
με καθηγητές εμψυχωτές, αναζητώντας τις ρίζες του λαϊκού θεάτρου και μελετώντας  
τις μορφές του στη Νεότερη Ελλάδα, ταξιδεύουν ταυτόχρονα στο βάθος του εαυτού τους και 
των άλλων.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τον δήμο Ιλίου Αττικής και κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου. 
Προέκυψε ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του 1ου ΓΕΛ Ιλίου 
στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα κινητικότητας Δράσης ΙΙΙ (πολυεταιρική σύμπραξη σχολείων) 
με θέμα: «Το λαϊκό θέατρο στη νεότερη Ελλάδα» την περίοδο 1998-2000


Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
 
(2025) Εκατό και είκοσι φωνές, Καστανιώτης

Εκατόν είκοσι γυναίκες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας ενώνουν τις φωνές τους και χαρτογραφούν θραύσματα του γυναικείου βιώματος ως προς τη διαγενεακή καταπίεση και τις πολλαπλές μορφές της έμφυλης βίας – ενδοοικογενειακή, σεξουαλική, αποικιοκρατική και γενοκτονική, ρατσιστική.
Με εφαλτήριο τις γυναικείες φιγούρες του Μύθου και της Ιστορίας, Εκατό και είκοσι φωνές, κραυγές διαμαρτυρίας, πραγματοποιούν ένα πολυδιάστατο ταξίδι σε όλους τους σταθμούς της γυναικείας πορείας.
Απαλλαγμένες από τους πατριαρχικούς περιορισμούς, αντλούν το υλικό τους από τη γυναικεία σωματικότητα και τα αποσιωπημένα της γεγονότα και μιλούν ελεύθερα για τις συντριβές, τα τραύματα και τις αντιστάσεις μιας καθημερινότητας θεμελιωμένης στην καταπίεση και τον σεξισμό.
Τα ποιήματα και τα μικρά πεζά της συλλογής λειτουργούν ως μια προτεταμένη γροθιά, ένα ουρλιαχτό ενδυνάμωσης, μια αγκαλιά αλληλεγγύης: αφυπνίζουν, συγκινούν, ξεσηκώνουν και απλώνουν το χέρι σαν κάλεσμα σε όλες τις θηλυκότητες που θα φωνάξουν μαζί τους.

Τα έσοδα από τα δικαιώματα του βιβλίου θα δοθούν στο Ελληνικό Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης.
Μπορείτε να στηρίξετε, να διαδώσετε και να αγοράσετε το βιβλίο μας εδώ:

Πρόλογος: @Βαρβάρα Ρούσσου Εισαγωγή: Μαρία Λούκα.

Επιμέλεια: Γεωργία Βεληβασάκη, Julia GkanasouΤζούλια Γκανάσου, Ελένη Γούλα, Δήμητρα Κουβάτα, Πέννυ Μηλιά, Alexandra Mitsiali Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Katerina Papantoniou Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου

Γράφουν: Λεμονιά-Μόνικα Αβαγιάννη, Ανθούλα Αθανασιάδου, Μαρουσώ Αθανασίου, Ντέμη Αναγνωστούλη (Jessica), Ελένη Αράπη, Άννα Αφεντουλίδου, Γιώτα Βασιλακοπούλου, Χαρίκλεια Βασιλείου, Φωτεινή Βασιλοπούλου, Γεωργία Bεληβασάκη, Καλλιόπη Βελόνια, Γιούλη Βολανάκη, Νεφέλη Βουτσινά-Πετσιμέρη, Ελένη Γαλάνη, Μάρω Γαλάνη, Σπυριδούλα Γεωργοκίτσου, Μαρία Α. Γιαννάκη, Τζούλια Γκανάσου, Κατερίνα Γκιουλέκα, Αναστασία Γκίτση, Ελένη Γούλα, Πόππη Δέλτα, Άννα Δερέκα, Γεωργία Διάκου, Σίσσυ Δουτσίου, Βασιλική Δραγούνη, Καλλιόπη Εξάρχου, Σόνια Ζαχαράτου, Κατερίνα Ζησάκη, Ελευθερία Θάνογλου, Τζένη Θεοφανοπούλου, Σοφία Ιακωβίδου, Χρυσάνθη Ιακώβου, Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Λένα Καλλέργη, Ευγενία Καλογεροπούλου, Έφη Καλογεροπούλου, Τζένη Καραβίτη, Ελένη Καρρά, Στέλλα Κάσδαγλη, Δώρα Κασκάλη, Αφροδίτη Κατσαδούρη, Λίλα Κονομάρα, Έλσα Κορνέτη, Τόνια Κοσμαδάκη, Δήμητρα Κουβάτα, Αγγελική Κουντουράκη, Στέλλα Κουρμούλη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Ελένη Κοφτερού, Αγγελική Λάλου, Εύη Λαμπροπούλου, Μαρία Λάτσαρη, Κατερίνα Λιάτζουρα, Κατερίνα Λιβιτσάνου, Ελένη Λιντζαροπούλου, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Εύα Μ. Μαθιουδάκη, Κωστούλα Μάκη, Μαντώ Μάκκα, Γεωργία Μακρογιώργου, Αθηνά Μαλαπάνη, Μάνια Μεζίτη, Πέννυ Μηλιά, Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Αναστασία Β. Μήτσου, Δήμητρα Μήττα, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Όλγα Μπακοπούλου, Ελένη Μπιρμπίλη, Μαριέττα Μπιρμπίλη, Ελένη Μπουκαούρη, Μαρία Μπούχλη, Βίκυ Μπρούσαλη, Φωτεινή Μυλωνά-Ραΐδη, Ελένη Ε. Νανοπούλου, Μαριάννα Νικολάου, Ειρήνη Νομικού, Μάρια Ντεγιάνοβιτς, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Βασιλεία Οικονόμου, Φλώρα Ορφανουδάκη, Νάνα Παπαδάκη, Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου, Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Ελευθερία Παραγιουδάκη, Ειρήνη Παραδεισανού, Χάρις Παρασκευοπούλου, Καλλιόπη Πασιά, Ισμήνη Παφίτη, Σοφία Περδίκη, Αγγελική Πεχλιβάνη, Αλέκα Πλακονούρη, Έλλη Πράντζου, Ελένη Πριοβόλου, Νατάσσα Ρεμούνδου, Μαρία Ρουσάκη, Δέσποινα Σαμιωτάκη, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Νατάσα Σίδερη, Βιργινία Αγάπη Σπυράτου, Εύα Στάμου, Μαρία Στασινοπούλου, Ελένη Στελλάτου, Ιφιγένεια Τέκου, Μαρία Τζαρδή, Ελένη Τζατζιμάκη, Δέσποινα Τόβα, Γεωργία Τριανταφυλλίδου, Νίκη Τρουλλινού, Αλήτις Τσαλαχούρη, Τόνια Τσίτσοβιτς, Λίλια Τσούβα, Χρύσα Φάντη, Αντιόπη Φραντζή, Πελαγία Φυτοπούλου, Ευαγγελία Χαραλάμπους, Έλενα Χουσνή, Βάσω Χριστοδούλου και Μαρία Ψωμά-Πετρίδου.
  
 

(2024) Κάτι δεν πάει καλά, Όταν
 
 Το βιβλίο περιέχει και είναι αποτέλεσμα διαγωνισμού με αυτό το θέμα από το 
ηλεκτρονικό περιοδικό "Περί Ου"
26 νανοδιηγήματα - 26 συγγραφείς
Puchner, Walter, 1947- || Αντωνίου, Χρήστος || Βλάχου, Κατίνα || 
Γαβαλάς, Δημήτρης || Γιαννόπουλος, Κώστας Ξ. || Γούλα, Ελένη 
|| Δάλλη, Αριστούλα || Δανιήλ, Ανθούλα || Διάκου, Γεωργία || Διονυσιάδου, Λίζα 
|| Ελευθερίου, Σοφία || Ευθυμιάδου, Βικτωρία || Ζάχαρη, Λένη || 
Ζαχαρίου, Γιούλη Λ. || Ιωαννίδου, Ειρήνη || Καπελώνης, Κωστής Ζ. 
|| Κονταργύρη, Φωτεινή || Κοντολέων, Κώστια || Ντάκου, Ευαγγελία || 
Παμπούδη, Παυλίνα || Παπαδημητρίου, Μάρω || Παπαλεωνίδα, Σάντυ ||
 Παυλή, Καίτη || Σύρμου - Βεκρή, Βάνια || Τριανταφύλλου, Θανάσης ||
 Φρυδά, Έφη
Επιμέλεια κειμένου: Παμπούδη, Παυλίνα
 
(2020) με μια σχεδία, 100 λέξεις σε 100 ώρες, ανθολογία μικροδιηγήματος,
 παρατηρητής Θράκης
Το βιβλίο προήλθε από μια πρωτοβουλία των: Σπύρου Κιοσσέ, Φωτεινής Ναούμ, Χάρη Μιχαλόπουλου και Ξανθής-Τζένης Κατσαρή-Βαφειάδη σε συνεργασία 
με τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης». 
 Την περίοδο της πανδημίας και καθώς το περιοδικό των αστέηγων δεν ήταν δυνατόν να πωλείται στους δρόμους, η παραπάνω ομάδα προκήρυξε έναν Διαγωνισμό μικροδιηγήματος 
με τίτλο «100 λέξεις σε 100 ώρες για τη “Σχεδία”», με στόχο να στηρίξουν, και
έμπρακτα, τους συνανθρώπους που «ταξιδεύουν» στη θάλασσα της ταραγμένης σύγχρονης εποχής με μόνη τους σχεδία, τη «Σχεδία». Ο Διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2020 και στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία, καθώς τα κείμενα που απεστάλησαν ξεπέρασαν τα 1200. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και η συμμετοχή στο εγχείρημα (εκτός διαγωνιστικής διαδικασίας) καταξιωμένων Ελλήνων συγγραφέων, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν ασμένως και αμέσως στην πρόσκληση των μελών της επιτροπής.Ακολούθησε η αξιολόγηση των κειμένων από την επιτροπή και από τα 1200 κείμενα προκρίθηκαν προς δημοσίευση τα 424, με τον τελικό αριθμό, μαζί και τα κείμενα των συγγραφέων, να ανέρχεται στα 502.
 
(2007)Τρεις ματιές τ' αλλάζουν όλα,
Φανταστικός Κόσμος, σελ 311

Το "Τρεις ματιές τ' αλλάζουν όλα" είναι μια επιλογή δεκαεννιά διηγημάτων από έργα που έχουν παρουσιαστεί και συζητηθεί στη διάρκεια έξι συνεδριών του Εργαστηρίου του Λογοτεχνικού Τμήματος της ΑΛΕΦ (Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας) και συχνά έχουν τροποποιηθεί προς το καλύτερο μετά τις συναντήσεις.
Κάθε ένα διήγημα ξεχωριστά έχει διαγράψει την τροχιά του μέσα στο Λογοτεχνικό Εργαστήριο.

Πολύ συχνά μια δεύτερη ματιά μάς δίνει μια εικόνα διαφορετική από την αρχική και αλλάζει τις εντυπώσεις, πόσο μάλλον μια τρίτη, μια τέταρτη και μια ... δέκατη, όπως συμβαίνει στις συναντήσεις του Λογοτεχνικού Εργαστηρίου.
Αυτή η ανθολογία, περιέχει διηγήματα όλων των ειδών του Φανταστικού, από Επιστημονική Φαντασία μέχρι Τρόμο. Δεν λείπουν οι υπολογιστές αλλά ούτε και οι νεράιδες, οι σκοτεινοί δαίμονες των αρχαίων θρησκειών αλλά και οι έλλογες πόλεις. Εικονική πραγματικότητα, πάρτι εξωγήινων, αρχαία μυστικά και αδέσποτοι ήχοι γεμίζουν τις σελίδες της ανθολογίας.
Δεν μένει παρά ν' ανοίξει κανείς το βιβλίο και να ταξιδέψει σε όλους τους διαφορετικούς κόσμους που χώρεσαν μέσα του...


Ελληνικό μικροδιήγημα
1974-2024 μια ανθολογία
Fay, Ntan || Αγγελή, Νάνσυ || Αγγελής, Δημήτρης Κ., συγγραφέας || Αναστασοπούλου, Γιούλη || Αντάμης, Γιάννης || Απατζίδου, Ελευθερία || Αποσκίτης, Γιώργος || Αραμπατζής, Γιώργος, ερευνητής φιλοσοφίας || Αφεντουλίδου, Άννα || Αχιλλέας ΙΙΙ || Βαναργιώτης, Αλέξανδρος || Βασιλάκου, Καίτη || Βούλγαρης, Κώστας, 1958-, συγγραφέας/κριτικός || Βραχνός, Κώστας || Γαλανόπουλος, Νεοκλής || Γιαννάκη, Ελένη || Γκόζης, Γιώργος || Γκολομπιάς, Γιώργος || Γκόλτσος, Αντώνης || Γονατάς, Επαμεινώνδας Χ., 1924-2006 || Γουδέλης, Τάσος, 1949-2025 || Γούλα, Ελένη || Δαββέτας, Νίκος Γ. || Δάρδα - Ιορδανίδου, Άννα || Δεσποινιάδης, Κώστας || Δημητρακάκη, Άντζελα || Διαβάτη, Αρχοντούλα Α. || Ένιγουέι, Π. || Έσσλιν, Κατερίνα || Ιντζέμπελης, Ελπιδοφόρος || Ιντζές, Στάθης || Ιωάννου, Γιώργος || Καβανόζης, Κώστας || Καζαντζής, Τόλης || Κακίσης, Σωτήρης, 1954- || Καλοκύρης, Δημήτρης || Καλούτσας, Τάσος || Καλπαδάκης, Μάνος || Καμπανέλλης, Ιάκωβος Σ., 1922-2011 || Κάσδαγλης, Νίκος, 1928-2009 || Κέντρου - Αγαθοπούλου, Μαρία || Κεσμέτη, Νατάσα || Κοροβέσης, Περικλής, 1941 -2020 || Κοσματόπουλος, Αλέξανδρος, 1947- || Κουγιουμτζή, Μαρία || Κουντούρη, Ζέτα || Κούστας, Παναγιώτης || Κουτρουμάνη, Νάγια || Κουτρουμπούσης, Πάνος Κ., 1937-2019 || Κουτσούκος, Ηλίας || Κουφάκης, Νίκος || Κοψαχείλης, Στάθης || Κυριακίδης, Αχιλλέας || Κυριακόπουλος, Γιώργος || Λαδιά, Ελένη || Λαμπελέ, Φούλα || Λυκεσάς, Απόστολος || Μανωλιός, Μιχάλης || Μανωλόπουλος, Τάκης || Μάρκογλου, Πρόδρομος Χ., 1935-2024 || Μαυρομμάτης, Πάνος Ι. || Μαυρουδής, Κώστας || Μεγάλου - Σεφεριάδη, Λία || Μελιτάς, Χάρης || Μελίτος, Γιώργος Θ. || Μιχαλοπούλου, Αμάντα || Μουρατίδης, Γιώργος || Νικολαΐδου, Σοφία || Νικολής, Αντώνης || Νικοπούλου, Ηρώ || Νόλλας, Δημήτρης, 1940- || Ξενάριος, Γιώργος || Παΐζης, Νίκος || Παλαβός, Γιάννης || Παλαιολόγος, Κωνσταντίνος || Παμπούδη, Παυλίνα || Παναγιωτόπουλος, Νίκος, 1963-, συγγραφέας || Πανούσης, Γιάννης Αθ. || Πανούσης, Τζίμης || Παπαβασιλείου, Αντώνης Ν. || Παπαγεωργίου, Νίκη - Ρεβέκκα || Παπαδημητρακόπουλος, Ηλίας Χ. 1930-2024 || Παπαδόπουλος, Αλέκος || Παπακώστα, Όλγα N. || Παπαμόσχος, Ηλίας Λ. || Παπαστάθης, Λάκης || Πιμπλής, Μανώλης || Πουλής, Κωνσταντίνος Α. || Ριτσώνης, Κώστας || Σαρίκας, Ζήσης || Σερέφας, Σάκης || Σκαμπαρδώνης, Γιώργος || Σφυρίδης, Περικλής || Σωτηριάδου, Κλαίτη || Τατσόπουλος, Πέτρος, 1959- || Τεμπρίδου, Γιώτα || Τζημοπούλου, Κατερίνα || Τούλιος, Δημήτρης || Τριανταφυλλόπουλος, Νίκος Δ. || Τσιαμπούσης, Βασίλης || Τσίγκας, Νώντας || Φάντη, Χρύσα || Φαρσάρης, Γιάννης || Φιλίππου, Φίλιππος || Φραγκόπουλος, Θεόφιλος Δ. || Φρουζάκης, Κώστας || Φύσσας, Δημήτρης 1956-2024 || Φωσκόλου, Ούρσουλα || Χαριάτης, Άγγελος || Χαρίτος, Κώστας || Χαρπαντίδης, Κοσμάς Ι. || Χατζόπουλος, Γιάννης || Χατζοπούλου - Καραβία, Λεία || Χουλιαράς, Βασίλης, 1974- || Χουλιάρας, Γιώργος || Χριστιανόπουλος, Ντίνος, 1931-2020 || Χριστοδούλου, Αθανάσιος Κ. || Χριστόπουλος, Δημήτρης Γ. || Χριστοφιλάκης, Γιώργης
Ανθολόγος: Ένιγουέι, Π.
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-5643-79-9
1η έκδ. 

Περιγραφή
Τα τελευταία χρόνια γίνεται συχνά λό­γος για το μι­κροδιή­γημα. Πρό­κειται για πρόσκαιρη μόδα, παρο­δική τάση, ή για έναν πειρα­μα­τισμό που προ­εκτεί­νει κι εξε­λίσ­σει τα πρω­το­πο­ριακά σύ­ντομα πεζά των Ρεϊ­μόν Κενώ (Ασκή­σεις Ύφους, 1947), Χόρ­χε Λουίς Μπόρ­χες (Το Βι­βλίο των Φα­ντα­στικών Όντων, 1957), Χού­λιο Κορ­τάσαρ (Ιστο­ρίες των Κρο­νό­πιο και Φάμα, 1962), Χουάν Χοσέ Αρ­ρεό­λα (Ζωο­λό­γιο, 1972) και άλ­λων; Όλα δεί­χνουν πως δεν πρό­­κει­­ται για «λογο­τε­χνικό πυρο­τέ­χνημα»: με απο­κλει­στικό θέμα το μικρο­διή­γημα διορ­γα­νώ­νο­νται παγκό­σμια συνέ­δρια· δημοσιεύ­ονται συλ­λο­γές, αν­θολο­γίες, μεταπτυ­χια­κές εργα­σίες αλλά και διδα­κτο­ρικές δια­τρι­βές· διεξά­­γο­­νται δια­γωνι­σμοί κι αφιε­ρώ­ματα σε λο­γοτε­χνικά περιοδικά.
Το μικροδιήγημα, ως είδος πεζογραφίας που χα­ρα­κτη­ρί­ζεται από τη συντομία, την πυ­κνό­τητα και την αφο­πλι­στική αμε­σό­τητα, γνω­ρίζει αξιο­ση­μείω­τη ανά­πτυξη στην ελ­λη­νική λογο­τε­χνία των τε­λευ­ταίων ετών. Αν ανα­τρέ­ξουμε στις δεκαε­τίες ’50 και ’60, ξεχω­ρί­ζουν ασφα­λώς οι Φαί­δρος Μπαρ­λάς, Αλέ­­ξαν­δρος Σχι­νάς (με το Ενώ­πιον Πολυ­βο­λητού, σύν­θεση ετε­ρό­κλητων μι­κρών πεζών) και Επα­μει­νών­δας Χ. Γο­νατάς. Αλλά τι συνέ­βη την πε­ρίοδο της Με­ταπο­λί­τευ­σης; Γρά­φτηκε κάτι αξιό­λογο κατά τις δε­καετίες ’80 και ’90; Από τη δε υπερπα­ρα­γωγή της πε­ριό­δου της Κρίσης, δη­λα­δή της τε­λευ­­ταίας δεκα­πε­νταε­τίας, ποια κεί­μενα ξεχωρίζουν;
Αυτά ήταν τα ερωτήματα που με ώθη­σαν να ερευ­νήσω όχι μόνο στα ρά­φια των βι­βλιοπω­λείων, αλλά και σε δη­μό­σιες βι­βλιοθή­κες, σε παλαιοβι­βλιο­πω­λεία και στο meta­book.gr για περιπτώ­σεις σπά­­νιων ή εξαν­τλη­μένων εκ­δό­σεων, αναζη­τώ­ντας συλ­λογές διηγη­μά­των που περιέ­χουν και κά­ποια κάτω των χι­λίων λέ­ξεων. Και ιδού το αποτέ­λε­σμα: μια αν­θολο­γία μι­κροδιη­γη­μά­­των εκα­τόν δεκα­εννέα Ελ­λή­νων και Ελλη­νί­δων συγ­γρα­φέων της πε­ντη­κονταε­τίας 1974-2024, τα οποία για πρώ­τη φορά πα­ρουσιά­ζονται στο κοι­νό σε ενιαίο τό­μο, χωρι­σμέ­να σε βα­σι­κές ενό­τη­τες ανά­λο­γα με τη θε­μα­τική και τον τρό­πο γρα­φής τους. Η ταξινό­μηση έγι­νε σε εν­νέα κατηγορίες: μι­κροδιη­γή­ματα της μνήμης, πολ­ι­τ­ικό μι­κροδιή­γημα, άτομο και κα­θη­με­ρι­νό­τητα, ερω­τικό μι­κροδιή­γημα, χιού­­μορ-ειρω­νεία-σά­τιρα, φαντα­σιακό μι­κροδιή­γημα, αστυ­νο­­μικό μι­κρο­διή­­γημα, μεταμυ­θο­πλασία, λοιπές κατηγορίες.




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ελένη Γούλα, Όπου υπάρχει πόλεμος, ψάξε να βρεις τα μεγάλα συμφέροντα. Τα μάτια μας στη Γάζα.

Συνθετική Ορμόνη, της Κατερίνας Παπαντωνίου

"στο Μπαρκαριό", Ελένη Γούλα