«Η Γούνα»
Φορούσα, σ’ εκείνο το ταξίδι, ένα στενό μοντκόμερυ και το καλοριφέρ του τρένου δε λειτουργούσε. Είχα παγώσει. Απέναντί μου μια νέα γυναίκα, χωμένη στο ευρύχωρο γούνινο παλτό της δεν φαινότανε να κρυώνει καθόλου. Είχε ανοιχτό κάποιο βιβλίο και διάβαζε απορροφημένη. Κάπου-κάπου σήκωνε τα μάτια και το βλέμμα της χανόταν έξω από το παράθυρο. Κανείς άλλος δεν βρισκότανε στο κουπέ. Ζήλεψα τη γυναίκα. Και για τη γούνα, που τη ζέσταινε όμορφα και για το βιβλίο, που τη συντρόφευε. Εγώ δεν διάβαζα ποτέ στα ταξίδια. Ζαλιζόμουνα. Δοκίμασα να φανταστώ για ποιο λόγο, μια πλούσια, όπως υπολόγιζα κυρία, χρησιμοποιούσε το αργοκίνητο τρένο και μάλιστα χωρίς να πάρει πρώτη θέση. Έφτιαχνα σενάρια με το μυαλό μου, μ’ αυτήν πρωταγωνίστρια και μένα θεατή. Πρέπει να πω ότι απ’ όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο – δυο χρόνια τώρα – και διαβάζω χωμένη στις βιβλιοθήκες όσα μυθιστορήματα θέλω, έχω αποκτήσει αυτή τη συνήθεια να φτιάχνω δηλαδή φανταστικές ιστορίες και να διασκεδάζω έτσι ανώδυνα, την ανάγκη μου γ...