Αναρτήσεις

Σημειώσεις μιας παράλληλης ζωής 1-3

Εικόνα
Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, στέγες του Παρισιού, 1952 [για τα ταξίδια που δεν μπορούμε να πάμε, ονειρευόμαστε όμως ακόμα] 1. Την ημέρα που ξεκίνησε ο Γ.Σ. για την παλιά πόλη, αυτή που βρισκότανε πίσω από τα τείχη – περίεργο πώς κατάφερε να μείνει απείραχτη τόσα πολλά χρόνια – (στην άλλη, την παράλληλη ζωή που πήγα κι εγώ), είχε βγει ένας μικρός ήλιος. Έλαμπε λίγο πίσω από κάτι γκριζωπά σύννεφα – περισσότερο βρώμικο ουρανό θυμίζανε παρά συνηθισμένα σύννεφα βροχής. Ένας μικρός στρογγυλός ήλιος, που έχυνε μια μουντάδα μόνο στο τοπίο και ένας αέρας δυνατός. Σήκωνε ο αέρας μια πολύ λεπτή σκόνη, ο Γ.Σ. αναγκαζότανε να μισοκλείνει τα μάτια του και δυσκολευότανε λίγο να περπατήσει. Ήθελε να φτάσει όσο γινότανε πιο γρήγορα στο κάστρο για να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τον άνθρωπο, που πήγαινε να συναντήσει εκεί. Τον συμβουλέψανε στο παραλιακό χωριό με τα καινούρια ξενοδοχεία να αφήσει το αμάξι του και ν’ ανέβει, αν επέμενε, ως απάνω με τα πόδια, γιατί δεν περνούσε καλά ...

Μ. Πέμπτη (των εξευτελισμών, του Γολγοθά και της Σταύρωσης)

Εικόνα
Γύρισα στο παρόν. Στο δωμάτιο με τα βιβλία. Στην πόρτα που ανοίγει με το κλειδί ασφαλείας. Στα αντισηπτικά μαντηλάκια, στον διαδικτυακό παράλληλο κόσμο, που ένας από τους μαθητές μας τον χαρακτήρισε ως προσωρινή εφήμερη απόσυρση. Η ζωή σαν να κυλάει στο παρασκήνιο. Μια ζωή που δε μας λογαριάζει (και πότε μας λογάριαζε αλήθεια;) «Χαμένοι είμαστε. Χαμένοι από χέρι. Βρες μου ένα λόγο να αγωνιστώ». Είναι νέος, με πτυχία και γνώσεις, χωρίς δουλειά όμως. Κι ας τα έκλεισε τα τριάντα. Καλός χαρακτήρας. Και η κοπέλα δίπλα του δυναμική.

Μ. Τετάρτη

Εικόνα
Κάτι σκοτεινό πολύ συμβαίνει σήμερα. Σε κείνη την άλλη την παράλληλη ζωή δεν μπορώ να τρυπώσω. Τον Ιούδα δεν θέλω να τον πλησιάσω. Λες και θα με δαγκώσουν τα σουβλερά του δόντια - αυτό το σκοτεινό μέσα του, που με απωθεί. Φθονούσε, λένε τον Δάσκαλο και δεν άντεχε την ανωτερότητά του. Δεν ξέρω και ούτε μπορώ να μάθω. Ξέρω μόνο ότι η προδοσία πονάει. Ξεσκίζεται η ψυχή του προδομένου, χτυπιέται και κλαίει αυτός που απατήθηκε αλλά και ο προδότης δεν περνάει καλύτερα. Κ ι αν δεν κρεμαστεί σαν τον Ιούδα όμως δεν μπορεί να χαρεί την προδοσία του. Τον κυνηγάει σαν φάντασμα ζωντανό.

Μ. Τρίτη (όπου ψάλλεται το τροπάριο της Κασιανής)

Εικόνα
Απόψε (σε κείνη την άλλη, παράλληλη ζωή), κατέβηκε ο ασπρομάλλης παπάς στο δεξί ψαλτήρι – δεξί έτσι όπως το έβλεπα εγώ – κι έψαλε το τροπάριο της Κασιανής. (Η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή). Ο γέρο- παπάς – με μακριά γενειάδα, γαλανά μάτια και λεπτό κότσο – είχε γλυκιά φωνή και ερμήνευε τον ψαλμό, δεν τον έψαλλε απλά. Συγκινιότανε, όπως κατάλαβα. Δεν ξέρω αν ήταν ο έρωτας της γυναίκας ή η μετάνοιά της που τον συγκινούσε. Ήξερα για την παράξενη γυναίκα, που συνέθεσε τον διάσημο αυτό ψαλμό, ότι ήταν μια καλλιεργημένη διανοούμενη, η οποία απορρίφθηκε από αυτοκρατορική σύζυγος, επειδή τόλμησε τον 8ο αιώνα μετά Χριστόν, να εκφράσει την άποψή της. Άποψη αντίθετη από του αυτοκράτορα.

Μ. Δευτέρα. (Των μωρών παρθένων και των δέκα ταλάντων)

Εικόνα
Τον περίμενα. (Στην άλλη, την παράλληλη ζωή). Είχα στρώσει το κρεβάτι και είχα πλύνει τα πιάτα. Γυάλισα και τα κατσαρολικά. Τα έτριψα με το σύρμα. Τακτοποίησα όλα τα σκεύη, στόλισα και τα βάζα μου με λουλούδια. Αέρισα καλά το δωμάτιο. Στο μπάνιο έβαλα καθαρές πετσέτες. Φόρεσα και μια καλή φορεσιά, που δεν μπορώ τώρα να την περιγράψω. Την είχα διαλέξει για να αρέσει σ’ αυτόν που θα ερχόταν. Μετά στήθηκα να περιμένω. Δίπλα σ το τηλέφωνο και κοντά στο κουδούνι της πόρτας. Κάθε τόσο έλεγχα αν δουλεύουν. Το σταθερό, το κινητό, το κουδούνι. Μ’ αυτήν ή με άλλη σειρά: κινητό, κουδούνι, σταθερό.

κυριακή των Βαΐων (βράδυ)

Εικόνα
Σήμερα ασχολήθηκα με τον κήπο μου (σε μια άλλη παράλληλη ζωή). Σκάλισα τα παρτέρια, ξεχορτάριασα και περιποιήθηκα τα λουλούδια μου. Τα δέντρα – κάτι μικρά οπωροφόρα – τα έχω φυτέψει πολύ κοντά το ένα με το άλλο και δεν αναπτύσσονται καλά. Ίσως – χρήσιμο και ωφέλιμο θα ήταν – να τα αραιώσω και κάποια, αν περισσεύουν να τα ξεριζώσω κιόλας και να τα ρίξω στη φωτιά. Όμως, πώς, με ποιο δικαίωμα να τους στερήσω τη δυνατότητα να μεγαλώσουν έστω και καχεκτι κά; Ζωή έχουν κι αυτά. Αφού έκανα το λάθος να τα φυτέψω πολύ κοντά μεταξύ τους, μπορώ τώρα να τα πετάξω; Με τέτοιες σκέψεις και άλλες που δεν είναι του παρόντος, συνέχισα σκυμμένη να ταλαιπωρούμαι στον κήπο ως το μεσημέρι.

Η Ρόδος και το πήδημα

Εικόνα
Δεν ήμουν και στα καλύτερά μου. Όχι δεν ήμουν. Θέλω να πω ότι βρισκόμουν σε μια καμπή προς τα κάτω – όπως όταν όλα σου πάνε στραβά, αλλά το στραβά το αισθάνεσαι όχι όπως όταν σου πέφτουν τα πράγματα απ’ τα χέρια, δε βρίσκεις να παρκάρεις, δε σου βγαίνει μια δουλειά που ξεκίνησες, ή ρε αδερφέ δεν πετυχαίνει το φαγητό, ή το πάρτι που οργάνωσες και πάνε τόσα λεφτά στράφι, γαμώ την ατυχία μου γαμώ. Όχι δεν ήταν τέτοια γκίνια. Ήταν εκείνο το βαθύτερο, όλοι το έχετε νιώσει, μην κάνετε τώρα τον Κινέζο, ακόμη κι εσείς που θέλετε να το παίξετε ότι όλα τα ελέγχετε, όλα είναι όπως τα θέλετε κι ακόμη γι’ αυτά που ίσως δε βγαίνουν εντάξει, το αποδεχόσαστε, τι να κάνουμε. Θέλω να πω και για όλους εσάς αν είναι δυνατόν, αλλά δεν τελειώνουν οι προτάσεις, βρίσκομαι σε υπερένταση γιατί με καίει αυτό που μου συμβαίνει αυτή τη στιγμή, πώς να σας το πω, δεν έχω τίποτα πολυτιμότερο, δεν είναι  τίποτα πιο σπουδαίο από το να καταφέρω να το πω, ίσως αν το πω να γλιτώσω, ίσως αν του δώσω μ...