Αναρτήσεις

Ο καιρός των δέντρων...

Εικόνα
15σύλλαβος, μετά από μάθημα λογοτεχνίας για τον ρομαντισμό, στην εποχή μ.κ., (μετά κορονοϊκού). Ο καιρός των δέντρων... Πρώτα πήρα το τρένο∙ μετά το λεωφορείο, το αεροπλάνο και ξανά πάλι το τρένο. Υπόγειο αυτή τη φορά. Η βαλίτσα μου στο διπλανό κάθι­σμα. Μια άλλη πόλη. Μια άλλη χώρα. Μια άλλη εποχή. Αργότερα... Το στομάχι μου νηστικό, η καρδιά μου λυπημένη πολύ... Στο στενό κρεβάτι στην άγνωστη ξένη χώρα... Οι θεωρητικοί λένε, έχουμε ανάγκη τις μεγάλες αφηγήσεις. Γι' αυτό και επιμένουμε να αφηγούμαστε το παρελθόν αναζητώντας συνεκτικούς κρίκους, αιτιακές σχέσεις και μια λογική αλληλουχία που δεν την αντι­λαμβάνεται ο άνθρωπος στο παρόν∙ στο όποιο παρόν το απλωμένο σε ποικίλα επίπεδα, εξακτινωμένο σε φανερά και άδηλα σημεία. Κοιτάζοντας πίσω, λένε, θέλουμε να δούμε τον δρόμο που περπάτησε η γενιά μας και να οργανώσουμε το χάος που απλώνεται, όλο απλώνεται σε όλες τις πλευρές, σε όλες τις περιόδους. Ελπίζουμε, έτσι, πως θα κατανοήσουμε και τον εαυτό μας, θα τον τοπο...

Σημειώσεις απ' την παράλληλη ζωή, αρ. 6

Εικόνα
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόντουσαν άντρες και γυναίκες, συνεργεία ολόκληρα απέξω από την πύλη, απέξω από τα τείχη και ακριβώς έξω από τη σιδερένια μασίφ πόρτα του πύργου. Όλα τα χρόνια της ψεύτικης άνοιξης, όταν ανοίγαμε τα κλεισμένα παντζούρια στο φως και παντού στη χώρα περίμενε μαυλιστικό το σκοτάδι, ο καθηγητής ριγμένος εδώ μέσα όπως η ξέρα στην άκρη της θάλασσας, όπως ο γκρεμός στην άκρη του βράχου. Αδύνατος, λιγομίλητος, να φτύνει συνέχεια και εξακολουθητικά τα ξέχει λα ντουλάπια περιγελώντας ξεχειλωμένες κοιλιές.

το σχέδιο ΄16

Εικόνα
Ούτε που το φανταζόμουν. Δεν μπορούσα να το φανταστώ. Όταν έγραψα το πρώτο άρθρο με τίτλο: «Ο Μεγάλος Αδερφός δε μένει πια εδώ» * Κι όμως, η πρώτη μέρα του Παγκόσμιου Πολιτισμού αναγγέλθηκε με όλες τις επισημότητες. Οι δημόσιοι κήποι των μεγάλων πόλεων έβαλαν τις μπάντες να παίζουν. Στο Βόρειο ημισφαίριο ήταν καλοκαίρι και το πράσινο φόντο έδινε μια εορταστική διάθεση, αλλά και στο Νότιο, το κρύο δεν ήταν δυνατό και οι άνθρωποι, ντυμένοι καλά, βγήκανε να ξεφαντώσουν. Το μήνυμα που εκφωνήθηκε σε όλες τις γλώσσες, ακόμη και στις λιγότερο ισχυρές έτσι ώστε να γίνει αντιληπτό από όλους τους κατοίκους της γης και τους σχεδόν αναλφάβητους, μιλούσε για ειρήνη και ασφάλεια. Το αναστάσιμο διάγγελμα προσαρμόστηκε τώρα, στρογγυλεύτηκε, απαλλάχτηκε από τους χρωματισμούς του Χριστιανισμού. Δεν υπάρχουν αντιπαλότητες. Δεν υπάρχουν φανατισμοί. Ούτε κόμματα, ούτε ιδεολογίες! Όλοι είναι άνθρωποι της Γης!

σημειώσεις της παράλληλης ζωής 5

Εικόνα
Έκρυψα τα δόντια μου, ξαφνικά ντροπιασμένη – ήταν τελείως απληροφόρητος – και τον κοίταξα στο μέτωπο. Παράξενα χαμηλό με τις φύτρες των μαλλιών να κατεβαίνουνε μέχρι τις πρώτες γραμμές της σκέψης. Βοηθάω τον καθηγητή, του είπα κάνοντας τη φωνή μου σταθερή (αυτή τη φωνή που είχα για να μιλάω σε κείνη την άλλη την παράλληλη ζωή από όπου σας απευθύνομαι πάλι). Τους τελευταίους μήνες επιδεινώθηκε η υγεία του. Δεν μπορεί πλέον να αυτοεξυπηρετηθεί. Έτσι είναι φυσικό να γνωρίζω π οιος θα έρθει να τον επισκεφθεί και πότε.

Από τις σημειώσεις της παράλληλης ζωής 4

Εικόνα
Την ιστορία για τον καθηγητή μέσες άκρες την ήξερε ο Γ. Σ. Όταν τον παράτησε η γυναίκα του για τον ταξιδιώτη, τότε που άρχισε να γίνεται γνωστό στους τουρίστες το κάστρο, να ανοίγουν τα σύνορα και να ξοδεύει μαζικά τα χρήματά του ο κοσμάκης, είχε συμβεί το φριχτό ατύχημα κ χάθηκε το παιδί. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αρρώστησε και πέθανε μέσα σε μια νύχτα ένα ακόμη αγόρι μικρό και μετά η Νικολέττα του Φωκά ξεκίνησε τις παλαβομάρες. Πού ακούστηκε να γυρίζει στα χωράφια και να κυλιέται λες και ήτανε κατσίκι! Ακόμη τότε οι μεγάλες γυναίκες καθισμένες στις αυλές μιλούσανε για νεράιδες κ οι γριές μαζεμένες κουβαράκι σταυροκοπιόντουσαν μουρμουρίζοντας ξόρκια και μαγικά. Χωρίς δυσκολία τους έπεισε ο παπάς να πληρώσουν για αγιασμό και ευχέλαιο. Δεν ήτανε όμως να κυλήσουν οι μέρες φωτεινές.

Σημειώσεις μιας παράλληλης ζωής 1-3

Εικόνα
Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, στέγες του Παρισιού, 1952 [για τα ταξίδια που δεν μπορούμε να πάμε, ονειρευόμαστε όμως ακόμα] 1. Την ημέρα που ξεκίνησε ο Γ.Σ. για την παλιά πόλη, αυτή που βρισκότανε πίσω από τα τείχη – περίεργο πώς κατάφερε να μείνει απείραχτη τόσα πολλά χρόνια – (στην άλλη, την παράλληλη ζωή που πήγα κι εγώ), είχε βγει ένας μικρός ήλιος. Έλαμπε λίγο πίσω από κάτι γκριζωπά σύννεφα – περισσότερο βρώμικο ουρανό θυμίζανε παρά συνηθισμένα σύννεφα βροχής. Ένας μικρός στρογγυλός ήλιος, που έχυνε μια μουντάδα μόνο στο τοπίο και ένας αέρας δυνατός. Σήκωνε ο αέρας μια πολύ λεπτή σκόνη, ο Γ.Σ. αναγκαζότανε να μισοκλείνει τα μάτια του και δυσκολευότανε λίγο να περπατήσει. Ήθελε να φτάσει όσο γινότανε πιο γρήγορα στο κάστρο για να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τον άνθρωπο, που πήγαινε να συναντήσει εκεί. Τον συμβουλέψανε στο παραλιακό χωριό με τα καινούρια ξενοδοχεία να αφήσει το αμάξι του και ν’ ανέβει, αν επέμενε, ως απάνω με τα πόδια, γιατί δεν περνούσε καλά ...

Μ. Πέμπτη (των εξευτελισμών, του Γολγοθά και της Σταύρωσης)

Εικόνα
Γύρισα στο παρόν. Στο δωμάτιο με τα βιβλία. Στην πόρτα που ανοίγει με το κλειδί ασφαλείας. Στα αντισηπτικά μαντηλάκια, στον διαδικτυακό παράλληλο κόσμο, που ένας από τους μαθητές μας τον χαρακτήρισε ως προσωρινή εφήμερη απόσυρση. Η ζωή σαν να κυλάει στο παρασκήνιο. Μια ζωή που δε μας λογαριάζει (και πότε μας λογάριαζε αλήθεια;) «Χαμένοι είμαστε. Χαμένοι από χέρι. Βρες μου ένα λόγο να αγωνιστώ». Είναι νέος, με πτυχία και γνώσεις, χωρίς δουλειά όμως. Κι ας τα έκλεισε τα τριάντα. Καλός χαρακτήρας. Και η κοπέλα δίπλα του δυναμική.