Αναρτήσεις

τουβαλίθι vs τάπερ

Εικόνα
  για τη Βαλάντη που πρότεινε Το βασικότερο, να έχει απάγκιο   κει που θα κάτσουμε να προσμπουκίσουμε . Κι   ύστερα... Ν α γράψω. Για να σωθεί το τουβαλίθι, το ψωμί με την ελιά – νηστεία γαρ Νοέμβρη , Δεκέμβρη– και τα μαυρισμένα νύχια, τα λερωμένα δάχτυλα (κάθε φορά έβγαζα άφθες στο στόμα, άμαθη όπως ήμουν, έπιανα το ψωμί χωρίς να πλύνω τα κουρασμένα χέρια μου, πώς να πλύνεις τα χέρια στο χωράφι), και το τραγούδι του πατέρα και οι ψαλμοί που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ο ήχος από το πριόνι χειρός του ιδιοκτήτη – κάθε ελιά στο χώμα , το δικό του δέρμα γρατσουνούσε   – απαλός όπως κι όλοι οι ήχοι από τα κοντοράβδια που βαρούσανε με δύναμη το λιόφτο. Όλοι οι ήχοι σε χαμηλότερο τόνο από την ανθρώπινη φωνή και το λάλημα των πουλιών. Ντουπ ντουπ, σώσον κύριε τον λαό σου! Φέρε το σακί! Πρόσεχε την κλάρα! Τις έχυσες τις ελιές Ελένη! Ντουπ -ντουπ! Πιάσε   το πανί. Στρώστο, να κουρβουλιάσει. Κοίτα να καβαλήκει καλά! Ονόματα οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά. Τώρα όλοι φορά...

αποβροχάρης

Εικόνα
Δεν έβγαλα φωτογραφίες γιατί βιαζόμουν. Τα είδα τα δεντράκια όμως. Στρογγυλά, χαμηλά, χωρίς στερφάδια, στο καθαρό χωράφι. Πριν δυο χρόνια είχαν καεί στη μεγάλη φωτιά, που την κοιτάζαμε να καταπίνει τους κόπους μας. Όμως τα κλαδέψαμε έτσι όπως μας είπε η μάνα και φέτος, έχουν ελιές.   Να τραβάς, να ξύνεις, να σκάβεις. Να κρατάς τον τόπο σε ετοιμότητα. Όταν πλακώσει το νερό δεν καρτεριέται. Ορμάει και όποιον πάρει ο χάρος. Τότε καταλαβαίνεις πόσο ανόητος είναι ο άνθρωπος. Μικρός και ανόητος.  Περπατάω στο χωράφι βιαστικά. Να κόψω τα στερφάδια και να καθαρίσω ένα γύρω τα δέντρα, να μπορούμε να στρώσουμε τον Νοέμβρη, όταν έρθουμε για τις ελιές. Τα χειρότερα είναι οι μικρές αγκορτσιές που όλο φυτρώνουν και απλώνονται. Έχουν κάτι αγκάθια σκληρά, φαρμακερά. Μη σε τρουπήσει αγκορτσιά πρόσεχε, μας έλεγαν από μικρά και η γιαγιά με φώναζε να της βγάζω τα αγκάθια που μπαίνανε στα δαχτυλά της. Τώρα οι αγρότες φορούν γάντια χοντρά όταν πάνε να κόψουν αγκορτιές, βάτα, σφάλαχτρα... Μερι...

να κάνει...να κάνει...

Εικόνα
  Όσο   ποτίζεται μεγαλώνει. Απλώνει   και όλο απλώνει. Άλλοτε μονόκλωνη και άλλοτε πετάει βλαστάρια και ανεβαίνει σε φράχτες, σε ξύλα, δέντρα, όπου βρει τόπο να μπορεί να στηριχτεί. Έχει κάτι έλικες που μεγαλώνουν ανάλογα και ελίσσονται για να τη στηρίζουν. Δυο είδη ξέρω κυρίως. Αυτές που κάνουν τα πράσινα μικρά κολοκύθια και αυτές που κάνουν τις κίτρινες μεγάλες κολοκύθες. Για τις άλλες, τις νεροκολοκύθες, που εδώ τις λέμε φκιαλιές, θα πω άλλη φορά. Αρκεί να τις ποτίζεις μία ή δυο φορές την ημέρα. Με τον πολύ ήλιο μαραίνονται, κιτρινίζουν και δεν βγάζουν λουλούδια. Αλλιώς δε σταματάνε να ανθίζουν και μέχρι τον Οκτώβρη ακόμη. Κάτι κίτρινα δροσερά χωνιά. Άλλα είναι αρσενικά με τον ύπερο σκληρό και χνουδάτο και άλλα θηλυκά με τις ωοθήκες. Εκείνα, τα θηλυκά δένουν κολοκυθάκι, τα άλλα, τα αρσενικά αντέχουν μια μέρα μόνο. Την άλλη, μαραίνονται και πεθαίνουν, αφού εξυπηρετήσουν τον σκοπό της ύπαρξής τους. Οι γυναίκες τα μαζεύουν τα λουλουδάκια - πρωί πρωί, προτού ζεστάνει ο ήλ...

τα καλοκαιρινά σπίτια

Εικόνα
Τα καλοκαιρινά σπίτια ανοίγουν τα παράθυρά τους στον ήλιο κ στον αέρα. Οι πόρτες φωνάζουν ότι κατοικούνται. Μπαίνουν- βγαίνουν άντρες, γυναίκες, παιδιά, ανάβουν φώτα, ακούγονται φωνές κλάματα γκρίνιες τραγούδια. Αράζουν αυτοκίνητα απέξω στις αυλές, στους δρόμους οι άνθρωποι γελούν ή προχωράνε κατσούφηδες. Είναι μαυρισμένοι από τον ήλιο, τα μαλλιά τους ανεμίζουν στον αέρα. Οι άντρες έχουν τα γόνατα ελεύθερα, και τα μπλουζάκια πολύχρωμα. Τα καλοκαιρινά σπίτια ανασαίνουν στο χωριό και κουβεντιάζουν με τη ζωή. Οι αυλές τους είναι ασπρισμένες και οι ζημιές του χειμώνα έχουν επισκευαστεί. Τρέχουν οι βρύσες κ τα ντους. Οι άνθρωποι συνωστίζονται για λίγο.  Ύστερα, πέφτουν πάλι στη μοναξιά. Πρώτα οι ένοικοι κατεβάζουν κ κλείνουν ως κάτω τα παντζούρια. Άσπρα αλουμίνια, ξύλινα γαλλικά, καφέ, μπλε, πράσινα κ κάπου κάπου κόκκινα Μετά μανταλώνουν την εξώπορτα. Μπαίνουν στο αυτοκίνητο. Μια στάση να πετάξουν τα σκουπίδια στον κάδο. Ίσως να κλαίνε τα παιδιά ίσως ανυπομονούν να πάνε στους φίλους....

Δεν προλαβαίνεις

Εικόνα
  λευκή αττική λήκυθος των κλασικών χρόνων (Εθνική Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας) Εις μνήμην Δ. Γ.   - Δεν   προλαβαίνεις, μου είπε ένα μεσημέρι. Δεν προλαβαίνεις. -Εσύ; Πρόλαβες εσύ; Από μικρός στη βιοπάλη, σε μια καμπή της ζωής του, άρχισε να διαβάζει. Φιλοσοφία κυρίως. Τι έχασα; Τι έχασα που δεν πήγα στο σχολείο, που δε σπούδασα, έλεγε και ξανάλεγε, όμως κοίταζε και τους σπουδαγμένους συνομήλικους του ή εμάς τους νεότερους με τα πτυχία και κουνούσε το κεφάλι. - Μας γανώνουν το μυαλό από μωρά, έλεγε. Η τηλεόραση, τα σχολεία, οι δάσκαλοι - ο θεός να τους κάνει - και όλοι ένα γύρω σου λένε πώς να ντυθείς, πώς να σταθείς, τι να σκεφτείς, πώς να το κάμεις το ένα το άλλο. Και αν πας να σηκώσεις κεφάλι, σου ρίχνουν τα ναρκωτικά, τα όπλα, ή αν δεν πιάσουν αυτά, σε σπρώχνουν στο περιθώριο ή στην τρέλα. Τι να κάμεις μετά; πώς να την παλέψεις; Για να επιβιώσεις πρέπει να μπεις στο σύστημά τους. Και η μεγάλη απάτη είναι αυτό που λένε μερικοί ότι θα το πολεμήσουν από μέσα το σύστημα....