Αναρτήσεις

Δεν προλαβαίνεις

Εικόνα
  λευκή αττική λήκυθος των κλασικών χρόνων (Εθνική Αρχαιολογικό Μουσείο Αθήνας) Εις μνήμην Δ. Γ.   - Δεν   προλαβαίνεις, μου είπε ένα μεσημέρι. Δεν προλαβαίνεις. -Εσύ; Πρόλαβες εσύ; Από μικρός στη βιοπάλη, σε μια καμπή της ζωής του, άρχισε να διαβάζει. Φιλοσοφία κυρίως. Τι έχασα; Τι έχασα που δεν πήγα στο σχολείο, που δε σπούδασα, έλεγε και ξανάλεγε, όμως κοίταζε και τους σπουδαγμένους συνομήλικους του ή εμάς τους νεότερους με τα πτυχία και κουνούσε το κεφάλι. - Μας γανώνουν το μυαλό από μωρά, έλεγε. Η τηλεόραση, τα σχολεία, οι δάσκαλοι - ο θεός να τους κάνει - και όλοι ένα γύρω σου λένε πώς να ντυθείς, πώς να σταθείς, τι να σκεφτείς, πώς να το κάμεις το ένα το άλλο. Και αν πας να σηκώσεις κεφάλι, σου ρίχνουν τα ναρκωτικά, τα όπλα, ή αν δεν πιάσουν αυτά, σε σπρώχνουν στο περιθώριο ή στην τρέλα. Τι να κάμεις μετά; πώς να την παλέψεις; Για να επιβιώσεις πρέπει να μπεις στο σύστημά τους. Και η μεγάλη απάτη είναι αυτό που λένε μερικοί ότι θα το πολεμήσουν από μέσα το σύστημα....

Laurie Anderson: Tiny Desk (Home) Concert

Εικόνα
                              Το αντίθετο της αγάπης είναι ο φόβος. Όχι αυτός που φυλάει τα έρμα – φοβισμένοι άνθρωποι υποταγμένοι λένε τέτοια και συμβουλεύουν – αλλά εκείνος που παραλύει το νου και μαγκώνει τα μέλη. Χέρια, πόδια, κεφάλι, καρδιά. Κάνει μορφασμούς ποζάροντας στο φακό - νάρκισσος, ψεύτης, σειρήνα - και μας ξεγελάει. Ο άλλος, ο ξένος, το άγνωστο, εκείνο που λάμπει, το καινούριο, το παλιό, ο θεός, ο διάβολος… Θα απλώσω το χέρι μου το μουδιασμένο. Θα σηκώσω το βλέμμα μου το θολό. Θα τινάξω τη νάρκη από το κορμί και θα σου σφίξω το χέρι. Για να νικήσουμε.  Εχθρός μας είναι ο φόβος. Τον σπέρνουν χωρίς να το καταλάβουμε, φυτρώνει μέσα μας και μεγαλώνει μαζί μας. Γαντζωμένος στα κύτταρα, χωνεμένος στο αίμα. Με το δάχτυλο στη σκανδάλη – στίχος, γραμμή, τραγούδι, μουσική, ιστορία – θέλω να στοχεύσω στο κέντρο του. Μπαμ! Να τον σκορπίσω. Να γίνουν τα κομμάτια του θρύψαλα. Να δυναμώσει η αγάπη, που...

ερημοκλήσια

Εικόνα
    Ξέρω ότι στα νησιά του Αιγαίου τα χτίζουν σε ιδιόκτητα χωράφια. Μετά, οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους έχουν την υποχρέωση να τα φροντίζουν. Τα βάφουν, τα καθαρίζουν, φέρνουν παπά να λειτουργήσει. Στη Μάνη, είδα ότι δεν ανάβουν τα καντήλια. Στέκονται οι εικόνες πάνω στο τέμπλο, αντίκρυ στο ξερό τοπίο, δίπλα στην πέτρα που τη φρυγανίζει ο ήλιος. Ίσως τα βράδια να κλείνουν τα μάτια τους οι άγιοι και να προσεύχονται στα σκοτάδια, αγριεμένοι από την ερημιά του τόπου ή από τα άδεια μάτια των τουριστών.  Στα δικά μας μέρη ωστόσο, τους άγιους τους καλοπιάνουν λες και είναι παραπονιάρηδες άνθρωποι, που γυρεύουν μερτικό απ’ τα αγαθά του τόπου, αφού δεν είναι δω ξερότοπος όπως η Μάνη, ούτε καταμεσής στο πέλαγος όπως τα νησιά. Ο καινούριος κόσμος, ζώστηκε ολούθε ίνες, αόρατα κύματα, συντονισμένες συχνότητες και άλλα θαυμάσια, τούτοι όμως εδώ, ακόμη και μες το κατακαλόκαιρο, όταν αρκεί ένα τσαφ για να λαμπαδιάσει ο λόγγος, περπατούν στα παλιά χνάρια κι ...

κακό χωριό τα λίγα σπίτια

Εικόνα
    Μπορεί να φταίνε τα στενά όρια. Οι λίγοι άνθρωποι. Τα ονόματα που είναι όλα γνωστά. Εύκολο να μπεις σε όλα τα σπίτια. Να μάθεις όλες τις ιστορίες. Να κοιτάξεις πώς στρώνουν το τραπέζι, τι καλύμματα έχουν στα κρεβάτια, αν υπάρχουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες στους τοίχους. Θυμάσαι περιστατικά, ιστορημένα και καταγραμμένα στη μνήμη της μάνας, του πατέρα, της γιαγιάς, του φίλου, τη δική σου. Ξέρεις τι έκανε ο παππούλης του! Και ο πατέρας του τότε δεν άφηκε να περάσει ο δρόμος απ’ το χωράφι. Άσε που τρέχανε οι μύξες του, κάτι κίτρινες μύξες όταν ήταν μικρός! Τέτοια κι άλλα πολλά. Ύστερα, είναι και η πρόχειρη σύγκριση. Γιατί αυτός και όχι εγώ! Τι παραπάνω έχει τούτος από μένα! Στο ίδιο σχολείο πηγαίναμε. Τα ίδια σοκάκια γυρίζαμε. Τις ίδιες μαλακίες κάναμε. Δε μπορεί να είναι αυτός καλύτερός μου. Έλα! Θα μετρηθούμε. Να το κρεβάτι. Ο καθένας και το κρεβάτι του. Για να μετράει. Να κόβει, να τραβάει, να σκοτώνει. Κάθε τι που δεν ταιριάζει στο δικό του μέτρο. Ξέρεις ποιος ...

Στο Κάστρο της Κορώνης

Εικόνα
  «Ποτέ η πύλη ενός κάστρου δεν ήταν ορατή απέξω. Υπήρχαν διαδοχικές πύλες για να φτάσει κανείς στην κεντρική. Εδώ, δεξιά, βλέπουμε ένα κομμάτι από την πρώτη-πρώτη κατασκευή, όταν οι Ενετοί πρωτοπάτησαν το πόδι τους στον τόπο. Είχαν καταλάβει τα μηνύματα των καιρών και διεκδικήσανε από τους Φράγκους, που είχαν καταλάβει το Μοριά, να τους παραχωρήσουν τις δυο παραλιακές πόλεις, Μεθώνη και Κορώνη. Τους ενδιέφερε να ελέγχουν τη θάλασσα. Χρειάζονταν σταθμούς ανεφοδιασμού για τα καράβια τους, που ακόμη δεν ήταν παρά μεγάλα καΐκια». Η περιοχή κατοικείται από τα αρχαία χρόνια. Το όνομά της ήταν Ασίνη, καθώς οι αρχικοί κάτοικοι είχαν έρθει από την Ασίνη της Αργολίδας (κοντά στο Τολό - βλ. το ποίημα  «Ασίνην τε» του Σεφέρη -), όταν τους έδιωξαν οι Αργείοι, σύμμαχοι των Σπαρτιατών. Η Κορώνη ήταν στη θέση Πεταλίδι. Γύρω στον 5ο αι μ.Χ. όμως, μάλλον για να αποφύγουν τις επιθέσεις των επιδρομέων, οι κάτοικοι των γύρω χωριών συγκεντρώθηκαν όλοι στην περιοχή της αρχαίας Ασίνης, που ονομάστ...

Μηναγιώτικο μονοπάτι

Εικόνα
  Πως είναι και πώς γίνεται. Ποιοι είναι και πώς το κάνουν. Να ανακαλύπτουν δηλαδή τα μνημεία και άλλα σημεία ενδιαφέροντος και μετά να τα καταγράφουν και να τα παραδίδουν στην ιστορία. Τις είχα τις απορίες μου τόσα χρόνια μέσα στις σχολικές αίθουσες διδάσκοντας πηγές και σχολιάζοντας κείμενα. Δεν ξέρω αν εσείς αναρωτιέστε. Κυκλοφορούν βέβαια θρύλοι, που αφηγούνται οι ντόπιοι. Για παράδειγμα, όσον αφορά τις πολύτιμες εικόνες της περιοχής [Κορώνη Μεσσηνίας] μαθαίνουμε ότι ένας τσοπάνος πρόσεξε ότι ο τράγος του χανότανε κάπου και ύστερα έβλεπε το γενάκι του βρεγμένο (εικόνα της Χρυσοκελαριάς), μια κόρη ονειρεύτηκε την Παναγία που της υπέδειξε το μέρος όπου ήταν κρυμμένη (Παναγία Ελεήστρια). Ιστορίες και παραδόσεις, γοητευτικά παραμύθια της παιδικής ηλικίας, απορίες της ενήλικης ζωής. Προχτές όμως, την Κυριακή (21 Αυγούστου), είχα την τύχη – μαζί με άλλους, κάπου ενενήντα συνοδοιπόρους – να γίνω μάρτυρας μιας τέτοιας περιπέτειας ανακαλύψεων, στα μέτρα και τους ρυθμούς της πολυ...

«Κι ας μη νικήσουμε, θα πολεμάμε πάντα»

Εικόνα
    Αφιερώνεται στους δασοπυροσβέστες και στους εθελοντές   Ο άντρας είχε μπει στην αυλή μαυροψημένος και κουρελιασμένος. Μουτζούρες στο πρόσωπό του, δεν έβλεπα αν είχε ρυτίδες, αν ήτανε ξυρισμένος ή αν βγαίνανε τρίχες στα μάγουλα. Έχωσε τα χέρια του στον κουβά κι έσκυψε το κορμί του, διπλωμένος στα δυο. Αν ήταν δυνατόν να χωρέσει μέσα στο νερό ως τις πατούσες. Σαν κάτι διψασμένα σκυλιά, που ρουφάνε με τη γλώσσα τους λαχανιασμένα. Σφηνωμένο το κεφάλι στο σβέρκο, κι όταν σηκώσουν τα μάτια στον άνθρωπο, που γεμίζει και ξαναγεμίζει το πιατάκι τους, τα βλέπεις να στάζουνε λύπη. Είχε καταξεσκιστεί να βαράει τις φλόγες, να σηκώνει το χώμα για να σκεπάσει τις ρίζες και τα κουφάρια που καίγανε. Μέσα στη μαυρίλα το πουκάμισο δεν ξεχώριζες χρώματα. Το παντελόνι του χοντρό με τα μπατζάκια μέσα στις δερμάτινες μπότες, και στη μέση σφιγμένη η ζώνη. Χωρίς κοιλιά, χωρίς καμπουριασμένη ράχη. Σκέπαζε το κεφάλι του ένα πανί δεμένο κόμπο πίσω στο σβέρκο σαν τους βεδουίνους που ...