Αναρτήσεις

συνοδός

Εικόνα
  Περπατάει μαζί μας. Πότε λίγο πιο μπροστά και πότε πίσω. Πλησιάζει κι απομακρύνεται. Το κρύβουν οι σκιές και το σκοτάδι. Οι κορμοί των δέντρων στην άκρη του δρόμου, τα παρκαρισμένα σκοτεινά οχήματα των κατοίκων. Το ίδιο βιολί μήνες τώρα. Με το που αφήνουμε το σπίτι, μας παίρνει από πίσω. Απόψε κουβεντιάζουμε ζωηρά οι δυο μας, όμως εκείνο κάνει ό,τι μπορεί για να τραβήξει την προσοχή. Ακόμη και στο χώμα ξαπλώνει όταν βγαίνουμε στο φως, πάνω στις μικρές πέτρες, τις σκονισμένες. Μα τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις τέλος πάντων; Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα του. Άμαθοι σε τέτοια κόλπα και καμώματα. Κανονικά, το παιδί είναι παιδί, το σκυλί σκυλί, το γατί γατί και ο γάιδαρος γάιδαρος. Με τους ενήλικες ανθρώπους γίνονται πιο περίπλοκα τα πράγματα, αλλά τα ζώα, όπως τα παιδιά, κυβερνιόνται από ένστικτα και ανάγκες. Έτσι λέμε και προχωράμε τη βόλτα μας. Στη διασταύρωση κάνουμε αριστερά κι εκείνο σταματάει. Συνεχίζουμε την κουβέντα για την ανεκδιήγητη κυβέρνηση, ...

Θα τα γράψεις;

Εικόνα
    Έλα δω πού πας; Τι ωραίες ντομάτες! Μην το μάθει η Κική όμως. Χρειαζόμασταν το τραπέζι, αυτό που μοιράζαν τον άρτο και όλο «βοήθειά σας!» «και του χρόνου να είσαστε καλά!» «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…», αλλά πρώτα έπρεπε οι επίτροποι να μετρήσουνε τα λεφτά. Όλα τα έσοδα ανήκαν στη Μητρόπολη. Όταν, επιτέλους, στρώσαμε πάνω στο αλέκιαστο τραπεζομάντηλο, ο εκλεκτός επισκέπτης εκδηλώθηκε: Πώς να σας ευχαριστήσω για όσα κάνατε σήμερα! Πιο ηλικιωμένος από όλους, φρέσκος πολύ, φορούσε χρυσές αλυσίδες τεράστιες στο στήθος. Μου τις έδωσε ο πατέρας μου, που ήταν ιερέας στην εκκλησία της Φλόριντα. Δεν τις αποχωρίζομαι ποτέ. Δίπλα του ψηλή, όμορφη, γαλανή, η πρεσβυτέρα. Κομψή! Σχεδόν νέα. Καλά περάσαμε τη ζωή μας, προσφέραμε και λάβαμε. Περιποιημένα δόντια, χαμόγελο φωτεινό. Ολόκληρη κυρία. Ελληνοαμερικάνα με το αξάν. Μιας άλλης εποχής γυναίκα, όταν δεν αναρωτιόμασταν και πολλά. Προσευχή, «αιτείτε και δοθήσεται», οι γονείς ακμαίοι, ακόμη γελαστοί και με δύναμη. Τότε που...

«πρωτοβρόχια»

Εικόνα
  Έχει να βρέξει μήνες. Από το Μάρτη. Και τώρα έχουμε Σεπτέμβρη. Ξεράθηκε ο τόπος. Ακόμη και οι φραγκοσκιές, που δε διψάνε, στριφτήκανε. Έξω τώρα φυσάει ένας βοριάς. Στεγνώνει ακόμα και η δροσιά. Έτσι μου φαίνεται. Σκύβω μέσα μου να βρω μια πίστη, μια ελπίδα για λίγο νερό. Η πρώτη ιστορία μου μ’ αυτό το φόβο γραμμένη. Σκομευτές. Οι γυναίκες στην αυλή της μάνας μου – ηλικιωμένες- ανατρέχουν στη μνήμη. Λένε πίνοντας τον καφέ τους κάτω από την κληματαριά: Μοναχές μας. Καμιά εικοσαριά γυναίκες. Μαζωχτήκαμε και γυρίσαμε τις εκκλησιές. Πρώτα πήγαμε στο Μαναστήρι, μετά στον Αγιο Νικόλα, στη Φανερωμένη και στον Αγιο-Λια. Γονατίζαμε και παρακαλιόμαστε. Λυπήσου μας θεούλη μου, καήκανε τα λιόφτα μας, στύψανε τα πηγάδια. Ελέησέ μας Κύριε. Ό,τι ήξερε η καθεμία. Μετάνοιες να ιδείς και κλάημα. Η Ρεξουλάενα, θυμάσαι μωρ Κατίνα, πώς έκανε; Δε σταμάτησε να κλαίει. Κάτι θα είχε μέσα της η γυναίκα για να κάνει έτσι. Παρακαλιότανε γονάτιζε και έκλαιε. Έσκουζε. Μας έλεε μετά τις εκκλησιές ν...

Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Εικόνα
  Το πάτωμα ήταν παλιό αγυάλιστο. Τα ντιβάνια κολλημένα στους τοίχους. Καλοκαίρι. Το σεντόνι με ρίγες βαμβακερό. Δύο πεθαμένα περιστέρια... Σκεπάζαμε τα κεφάλια μας με το σεντόνι. Εγώ θα είμαι Ιρλανδός κι εσύ Ιουδαίος.   Μεγαλύτερη από μένα. Με τα μαλλιά της σγουρά ένα γύρω στο πρόσωπο. Εγώ αλογοουρά και αφέλειες. Μου έσφιγγε το κεφάλι το λάστιχο, δεν εφάρμοζε καλά στο μαξιλάρι. Γι αυτό γύριζα στο πλάι και την κοιτούσα ξαπλωμένη. Μιλούσε και γρήγορα, μου άρεσε, εγώ πιο αργά, να σκεφτώ. Έχεις και μια μάνα και μια αδερφή. Η αδερφή σου σε αγαπάει και όταν σε σκοτώνουνε κλαίει. Μα δεν είμαι ο Ιρλανδός που πάω στο γάμο; Γιατί να με σκοτώσουν. Όχι ο Ιρλανδός. Ούτε εγώ Ιουδαίος. Οι Ιουδαίοι σταυρώσανε το Χριστό. Δε θέλω να είμαι Ιουδαίος. Παίζουμε την άλλη ιστορία. Είσαι το παλικάρι είκοσι χρονών που πας στον πόλεμο και σε σκοτώνουνε στο Γκιουλ Μπαξέ. Τα περιστέρια είναι σκοτωμένα στο χωματόδρομο. Μια σκόνη άσπρη, βουλιάζουνε τα δάχτυλα, αφήνουνε πατημασιές. Ολόκληρες πατού...

«συνεχίζουμε»

Εικόνα
Μακριά απλώνεται η θάλασσα. Και εδώ κάτω απ’ τα δέντρα δεν υπάρχουν πια αυταπάτες. Έτσι είναι τα πράγματα.   «Έλα, έλα άς τη γκουβέντα. Τούτο είναι κοντό. Φέρ’ τ’ άλλο, το μακρύ». Με δυο τέτοια πανάλαφρα 7μετρα πανιά από πλαστικό, γρήγορα-γρήγορα – «άντε δε μπορούνε να περμένουν οι εργάτες» – στρώνουμε το εκατοχρονίτικο δέντρο σβέλτα πολύ και «Άντε δε μπειράζει, άσε τώρα τη γκουρβούλα. Δε μπρολαβαίνουμε». Να γράψω. Για να σωθεί το τουβαλίθι, το ψωμί με την ελιά, τα μαυρισμένα νύχια, τα λερωμένα δάχτυλα και το τραγούδι του πατέρα. Οι ψαλμοί του οι ατελείωτοι μαζί με το χρατς χρατς του πριονιού. Απαλός ο ήχος από το πριόνι όπως και οι άλλοι από τα κοντοράβδια και τις δέμπλες τις ξύλινες που βαρούσανε με δύναμη το λιόφτο. Όλοι οι ήχοι σε χαμηλότερο τόνο από την ανθρώπινη φωνή και το λάλημα των πουλιών. Ντουπ ντουπ, σώσον κύριε τον λαό σου! Φέρ’ το σακί! Πρόσεχε τη γκλάρα! Τις έχυσες τις ελιές Ελένη! Ονόματα οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά. Είχα ακουμπήσει το στήθος μου...