Αναρτήσεις

Στο προσκέφαλο*

Εικόνα
Καθότανε όλη τη μέρα δίπλα της στο προσκέφαλο, πάνω σε μια ξύλινη άβολη καρέκλα. Διπλωμένα στα δυο τα μακριά του πόδια και το ψηλό του κορμί. Εκείνη δε μιλούσε. Δεν κουνούσε ούτε τα χέρια ούτε τα πόδια. Μόνο τα μάτια της κρατούσε ανοιχτά και τον κοιτούσε. Σ’ αυτά κρεμότανε.

«Σοκολάτα»*

Εικόνα
Η μητέρα πλέκει   μπιμπίλες. Κάθεται δίπλα στο τζάκι, κάτω από την καινούρια ηλεκτρική λάμπα και κουνάει τα χέρια της βιαστικά.   Την κοιτάζω όπως είναι σκυμμένη, διπλωμένη στα δύο στο χαμηλό της σκαμνί και μου φαίνεται ότι εγώ ποτέ δε θα μπορέσω να κουνήσω τόσο γρήγορα και ζωηρά τα χέρια μου. είναι πολύ προκομμένη γυναίκα η μάνα και όλοι το ξέρουν αυτό. μόνο που εγώ πια δε νιώθω πολύ άνετα μαζί της. Από τότε που νοικιάσαμε το μικρό δωμάτιο στη διπλανή κωμόπολη για να πηγαίνω στο γυμνάσιο, πολλά πράγματα με κάνουνε να νιώθω έτσι.

Το όνειρο

Εικόνα
Έπαιρνε λαχεία κάθε βδομάδα. Ο λαχειοπώλης την ήξερε με το όνομά της. Κάθε μέρα σχεδόν περνούσε απ’ το μαγαζί. Κουβεντιάζανε κιόλας. Λογαριάζανε τα κέρδη και φανταζόντουσαν μαζί τις επενδύσεις Εκείνη τη Δευτέρα μπήκε ολόχαρος. Την αγκάλιασε. ­–Είκοσι εκατομμύρια! Ακόμη είχαμε τις δραχμές.

Η τσάντα μου

Εικόνα
Αγόρασα μια μικρή, γκρίζα Ιταλική τσάντα. Έχει πολλά τσεπάκια, φερμουάρ, θήκες μέσα κι έξω. Ακόμη και χερούλια έχει πολλά. Δυο μικρά κομψά χεράκια και ένα μακρύ λουρί με αυξομειούμενο μήκος, που μπαίνει χιαστί στο στήθος, όπως τα φυσεκλίκια. Χωράει τα απολύτως απαραίτητα, όπως πορτοφόλι, κινητό τηλέφωνο, ένα στυλό και τα γυαλιά μου. Τα κλειδιά στριμώχνονται στην εξωτερική θήκη που κλείνει με φερμουάρ. Ωστόσο δεν είμαι ευχαριστημένη   από την αγορά μου. Με ενοχλεί το μικρό της μέγεθος και τα πολλά φερμουάρ που δυσκολεύομαι να ανοίγω και να   κλείνω. Μπερδεύομαι επίσης με τα πολλά λουράκια και τις θήκες. Δεν είναι ένα σακούλι να τα πετάξεις όλα μέσα. Κλειδιά, γυαλιά, μολύβια, πορτοφόλι, μπουκαλάκια, σημειώσεις και βιβλία διάφορα.

Ερωτική ιστορία (αριθμός 1)

Εικόνα
Του μίλησε – δε μπορείτε κύριε να ξαπλώνετε ολόγυμνος εδώ που θέλουν να παίξουν παιδάκια – δεν απάντησε. Τον σκούντησε αλλά δεν αντέδρασε. Γι αυτό έσκυψε να τον δει στο πλάι έτσι όπως ήταν γυρισμένος. Στις μακριές τρίχες γύρω από τη γενετήσια περιοχή, περπατούσαν μερμήγκια και μύγες και άλλα μικρά ζωύφια από αυτά που μεγαλώνουν και θεριεύουν με τη ζέστη.

Τα δώρα

Εικόνα
Είχα μπει στο μεγάλο πολυκατάστημα με το τεφτέρι μου – παιχνίδια για τα παιδιά και τα βαφτιστήρια, παντόφλες για τη γιαγιά, εσώρουχα για τη Μαρία και τον Αλέξη, ποτά για τους Βασίληδες και τους Χρήστους, διακοσμητικά για τη Σούλα, τη Φώφη, την Κλαίρη… Δίπλα μου η Μάρθα περιδιάβαινε τους διαδρόμους ευτυχισμένη. Εκείνη δεν χρησιμοποιούσε μπλοκάκι, όλα στο μυαλό της. Είχε κιόλας στοιβάξει   στο καρότσι της ένα σωρό διακοσμητικά κεράκια, γύψινα πολύχρωμα σπιτάκια με φωτεινό πράσινο και έντονο κόκκινο, κάτι στολίδια για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και τέσσερις διαφορετικές μπάλες που μέσα τους γύριζε το ψεύτικο χιόνι και σκέπαζε κακόγουστες φιγούρες Αγιοβασίληδων.

κήπος

Εικόνα
Την εικόνα τη βλέπω κάθε μέρα σχεδόν στην πόλη αν και όχι πάντα στο ίδιο μέρος. Σα να μετακινείται στον χώρο και στον χρόνο. Μου φέρνει στο νου εκείνους τους φοβερούς πίνακες του Ιερώνυμου Μπος,   που είχα την τύχη να δω κάποτε και ζωντανά στο Πράδο της Μαδρίτης. Η κόλαση του φημισμένου ζωγράφου, όπως κι εκείνη που έβλεπα ζωγραφισμένη στα εκκλησάκια του χωριού μου,   ήταν εφιαλτική. Φιγούρες γυμνές ή ημίγυμνες, σερνόντουσαν στο χώμα ή δοκιμάζανε να κουνήσουνε τα βάρη απ’ το κορμί τους. Όλα τα πρόσωπα – μορφές, βασανισμένα από πόνο και τρόμο ασύλληπτο, με στόματα ανοιχτά και μάτια πεταγμένα από τις κόγχες τους. Τα χρώματα σκούρα πολύ, σκοτεινιάζανε τα διαμελισμένα σώματα περισσότερο και όλη η σύνθεση με έκανε να θέλω να μην κοιτάω άλλο, όμως μια παράξενη ορμή με έσπρωχνε να εξερευνήσω περισσότερο τη ζωγραφιά.