Αναρτήσεις

Γιώργος Γούλας, Γιατί τα UFO αγαπούν το καλαμπόκι, Απόπειρα, 2021,

Εικόνα
  Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι της ζωής μας. Θέλουμε να αποφασίσουμε για κάτι πολύ σοβαρό. Αν θα δεχτούμε για παράδειγμα μια επαγγελματική πρόταση, αν θα μείνουμε ή θα φύγουμε από τη χώρα, αν θα κάνουνε ένα γάμο, μια σχέση κλπ. Η υπόθεση αυτή εργασίας είναι κοινή στους ανθρώπους, αφού όλοι μας έχουμε βρεθεί ή θα βρεθούμε σε σταυροδρόμια, όπου καλούμαστε να επιλέξουμε δρόμο ζωής και δράσης. Το θέμα απασχολεί και εμπνέει τη Μυθολογία. Θυμόμαστε το μύθο του Ηρακλή, όταν ήταν να επιλέξει την ανηφόρα της Αρετής ή την κατηφόρα της Κακίας. Εμπνέει επίσης την Τέχνη αλλά και τη Φιλοσοφία. Από την Τέχνη αναφέρω μόνο τον Καβάφη και ένα από τα δυνατότερα ποιήματά του τη μεγάλη Άρνηση (Che fece… il gran rifiuto). Από τη Φιλοσοφία θυμίζω τον Σάρτρ, ο οποίος αναλύει την ευθύνη της απόφασης με τρόπο πολύ παραστατικό στον «Εγκαταλειμμένο   Άνθρωπο». Είναι μόνος, υποστηρίζει ο Σάρτρ, εγκαταλειμμένος ο άνθρωπος μπροστά στην απόφασή του κάθε φορά. Ακόμη κ...

στον καιρό των δέντρων

Εικόνα
  Πρώτα πήρα το τρένο, μετά το λεωφορείο, ύστερα το αεροπλάνο και ξανά πάλι τρένο. Μια άλλη πόλη. Δεν ήξερα τη γλώσσα, δεν ήξερα τους ανθρώπους, δεν ήξερα τους δρόμους. Είχα ξεκινήσει με ρομαντικές ονειροφαντασιώσεις λες και ήμουνα κοριτσόπουλο. Είχα καταφέρει να κάνω ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι με   την ελπίδα, όχι όμως και την πιθανότητα. (…) Δεν ξέρω πόση ώρα μου πήρε για να φτάσω επιτέλους σε κείνο το στενό δωμάτιο, το πανάκριβο που όμως δεν έβλεπε παρά σε μια αυλή. Δεν είχα τίποτα για να φάω και δεν ήξερα καθόλου γιατί έπρεπε να συνεχίσω να αναπνέω. Ξάπλωσα στο κρεβάτι κλαίγοντας δυνατά. Ήμουνα σε μια άγνωστη ξένη χώρα κυνηγώντας μια χίμαιρα. Και ήμουνα μόνη. Κι αν άκουγε κανείς τους λυγμούς μου – το κλάμα δεν έχει γλώσσα, όλοι οι άνθρωποι τους ίδιους ήχους   στο λυγμό – κανείς δικός μου. Να μείνω στο κρεβάτι, να μη σηκώσω ούτε το χέρι μου. Να μείνω έτσι για πάντα. Ίσως το στομάχι μου νηστικό και ταλαιπωρημένο να τρυπούσε ξαφνικά, τα υγρά να χυνόντουσαν...

σαν αστακοί

Εικόνα
  Σαν αστακοί, τους λένε. Και είναι κάθε μέρα στους δρόμους.   Μια φορά στο Λιμένι, έφαγα λίγο από έναν αληθινό. Είμαστε δίπλα στα ήσυχα νερά και το πέτρινο φόντο του ορμίσκου. Έτσι όπως έπεφτε το φεγγαρόφωτο της βραδιάς και ξανοίγανε τόπους-τόπους τα σκοτάδια της πέτρας με ανταύγειες φωτεινές, χωρίς ωστόσο να την μαλακώνουν τη σκληρή πέτρα την αδούλωτη. Η συντροφιά μας ήταν τρυφερή και το κρέας του αστακού, νόστιμο. Μας είχε έρθει γυμνό, σερβιρισμένο χωρίς αγκάθια και δαγκάνες, που χρησίμευαν πια – όλο το οπλισμένο κορμί – ως κέλυφος πολυτέλειας για την ακριβή μας παραγγελία. Αυτοί που ετοίμασαν το δείπνο, πρέπει να ήταν εκτός από ικανοί επαγγελματίες και άνθρωποι σοφοί, αφού είχαν δέσει τη ζωή τους στο υπήνεμο Λιμένι, στη μαύρη πέτρα και την ξερολιθιά. Στο δυνατό φεγγαρόφωτο και στο καύμα του ήλιου το ανελέητο. Έτσι λέω τώρα που αναθυμούμαι το υπέροχο δείπνο και βέβαια τη νεανική συντροφιά μας. Σοφία θα είχαν, δε μπορεί, αφού μείναν εκεί και δεν ανακατώθηκαν με τους σαν ...

συνοδός

Εικόνα
  Περπατάει μαζί μας. Πότε λίγο πιο μπροστά και πότε πίσω. Πλησιάζει κι απομακρύνεται. Το κρύβουν οι σκιές και το σκοτάδι. Οι κορμοί των δέντρων στην άκρη του δρόμου, τα παρκαρισμένα σκοτεινά οχήματα των κατοίκων. Το ίδιο βιολί μήνες τώρα. Με το που αφήνουμε το σπίτι, μας παίρνει από πίσω. Απόψε κουβεντιάζουμε ζωηρά οι δυο μας, όμως εκείνο κάνει ό,τι μπορεί για να τραβήξει την προσοχή. Ακόμη και στο χώμα ξαπλώνει όταν βγαίνουμε στο φως, πάνω στις μικρές πέτρες, τις σκονισμένες. Μα τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις τέλος πάντων; Η αλήθεια είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα του. Άμαθοι σε τέτοια κόλπα και καμώματα. Κανονικά, το παιδί είναι παιδί, το σκυλί σκυλί, το γατί γατί και ο γάιδαρος γάιδαρος. Με τους ενήλικες ανθρώπους γίνονται πιο περίπλοκα τα πράγματα, αλλά τα ζώα, όπως τα παιδιά, κυβερνιόνται από ένστικτα και ανάγκες. Έτσι λέμε και προχωράμε τη βόλτα μας. Στη διασταύρωση κάνουμε αριστερά κι εκείνο σταματάει. Συνεχίζουμε την κουβέντα για την ανεκδιήγητη κυβέρνηση, ...