Αναρτήσεις

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ 2. καύκαλα

Εικόνα
  “ Όταν   πέθανε η μάνα μου, έκλαιγα όλη την ώρα. Μόλις το έμαθα και μετά έκλαιγα συνέχεια χωρίς να μπορώ να σταματήσω. Στο σπίτι, στην εκκλησία, παντού. Όταν όμως τη βάλανε στη γούβα και της έρριξε την πρώτη χούφτα το χώμα απάνω στο φέρετρο ο παπάς, τσακ! Σταμάτησα. Σα να ξεριζώθηκε κάτι από μέσα μου. Κόπηκε κάτι. Άκουσα το κρακ μου φάνηκε. Από κείνη την ώρα δεν ξαναέκλαψα. Ούτε ξαναπήγα στο μνήμα. Κάτι κόπηκε από μέσα μου σου λέου. Το κατάλαβα. Έτσι όπως ξεκολλάει ένα κομμάτι από το βράχο. Ένα κομμάτι. Κρακ! Έκαμε”. Μιλάει με καθαρές λέξεις και δυνατή φωνή. Στην μπλούζα της διακρίνω τους κόμπους, το μαγαζί της δεν είναι και πολύ καθαρό, όμως οι ορχιδέες της παραταγμένες στη σειρά στολίζουν τον πάγκο και οι βεβαιότητές της τρυπώνουν παντού. Δεν ταιριάζει εδώ να μιλάω για τα δικά μου - γκρίνιες, αμφιβολίες, αγωνίες. Για όλους φωτάει ο Θεός, μου λέει. Εγώ κοιτάω τα δικά μου. Ας κοιτάξουν και οι άλλοι τα δικά τους. Αφού εγώ δε γυρεύω από αυτούς, γιατί να με νοιάζει. Έτσι δεν εί...

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΕΣ 1. το βλέμμα

Εικόνα
  Ήτανε τρεις ο ένας με το κράνος, κ αι   το προστατευτικό στο πρόσωπο, σαν ρ ό μποκοπ δεν έ βλεπες   αν είχε γ έ νια, μάτια, αυτιά, χείλη ένα ά θραυστο πράγμα, αδιαπέραστο.  Οι άλλοι δύο κάναν τον έλεγχο. Με την ταυτότητα κ αι   το κινητό ο ένας εξακρίβω νε τα στοιχεία   κ ι   ο άλλος είχε βάλει τον άνθρωπο να σηκώσει τη φόρμα, να κατεβάσει τις κάλτσες.... Εκείνος που του έλεγχαν την ταυτότητα ήταν ξανθός κάτω από σαράντα   μου φάνηκε , με γαλανά μάτια . Κ οιτούσαν το άπειρο.  Προσπέρασα. Βιαζ ό μουν να πάω στην τράπεζα. Κείνο το βλέμμα του όμως, το γαλανό άδειο βλέμμα το πήρα μαζί μου. Κι αν ε ίχε καταλήξει έτσι στο δρόμο μαζί με άλλους αποσ υ ν ά γωγους που τους σταματάνε οκτώ η ώρα το πρωί σιδερ ό φραχτοι μπάτσοι/όργανα της τάξης με εξουσία να τους σηκώνουν τις κάλτσες , να τους κατεβάζουν τα βρακιά  -   αν δεν τα κατεβάζουν από μόνοι τους στη μέση του δρόμου, να ουρ ή σουν, να απ ο πατήσουν, να ξαλαφρ ώ σουν  - κι αν αυτή ...

πράγματα

Εικόνα
   Εί ναι μια σκηνή από ταινία του Όρσον Ουέλς. Κάθε φορά που κάποιος φεύγει απ’ τη ζωή, κάθε φορά που ένα σπίτι αδειάζει από ανθρώπους και τα πράγματά του μένουνε ορφανά - ράφια γεμάτα βιβλία, ξέχειλες ντουλάπες με ρούχα, κατσαρολικά, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, πατάρια πατικωμένα, έπιπλα και μικροπράγματα παντού - εγώ σκέφτομαι αυτή τη σκηνή. Την ανασύρω στη μνήμη μου, έτσι όπως έχει εντυπωθεί και αλλοιωθεί απ’ τον χρόνο. Τη σκέφτομαι ακόμη και όταν αναγκάζομαι να στριμώχνω τα ρούχα μου στη ντουλάπα ή όταν τακτοποιώ τα ντουλάπια της κουζίνας ή βγάζω τα πράγματα για να τα καθαρίσω. Ποτήρια, φλυτζάνια, πιάτα, κατσαρόλες, μαχαιροπίρουνα... Τόσα πράγματα! Τόσα πολλά πολλά πράγματα!   Ο μεγιστάνας βέβαια Κέιν δεν είχε τη δικιά μου παλιατζουρία, τα φτηνοπράγματα, τα παράταιρα δώρα γάμου και τα κακόγουστα μπιμπλό μου. Εκεί, στην ταινία όλα ήταν πολύτιμα, πανάκριβα, σπάνια, μοναδικά κι εντυπωσιακά. Συγκεντρωμένα στα σαλόνια, στους διαδρόμους, στα ταβάνια, στα δωμάτια, στους κήπους...