Αναρτήσεις

νικοτίνη

Εικόνα
  Έχεις   δει τη νικοτίνη; την έχεις πιάσει με το βρεμένο σφουγγαρόπανο στα χέρια σου; την έχεις δει πώς γλιστράει από τον τοίχο που τον έβαψες κάποτε, μέρες και νύχτες μοχθώντας με πλαστικό χρώμα για να πλένεται; Ακόμη καπνίζαμε παντού ελεύθερα. Ακόμη και στις κρεβατοκάμαρες. Ακόμη και δίπλα στο μικρό μας παιδί που έπαθε δύσπνοια. Με ένα τσιγάρο στο χέρι έδειχνες μαγκιά. Αργότερα, πρώτη φορά στο εξωτερικό, μας φώναξαν για να μας κάνουν αυστηρή σύσταση. Υπήρχαν ανιχνευτές καπνού κι εμείς δεν το ξέραμε. Αντέδρασες στα σκληρά αγγλικά του μαιτρ και σηκώθηκες να φύγουμε. Μάζεφτα! Ήσουν αυταρχικός και παραξηγησιάρης, αλλά ο ξενοδόχος σε καλμάρισε. Έχουμε και δωμάτια καπνιζόντων, κύριε, αν θέλετε. Αρκούσε να μας το ζητήσετε. Με είχες κοιτάξει δολοφονικά, όμως δεν έφταιγα τόσο. Απλώς δεν είχα προσέξει τη σημείωση με τα φτωχά αγγλικά μου της ελληνικής επαρχίας.   Δέχτηκες μουρτωμένος, όμως η μαγεία πια είχε χαθεί. Τσαφ! Είχε πετάξει. Και δεν ήξερα πώς να την φέρω πίσω, στα σεντόν...

"κέρβερος"

Εικόνα
  Βγήκε από το γκισέ του, ψηλός με τάσεις για να παχύνει, όχι πάνω από τριανταπέντε. Διέσχισε την αίθουσα ως τη γωνία, μίλησε με κάποιον πίσω από ένα γραφείο και μετά ξαναγύρισε στο πόστο του, “σας πειράζει να εξυπηρετήσω την κυρία όσο θα περιμένετε”, με ρώτησε κι εγώ σήκωσα τους ώμους. Πήγα στο σκαλάκι - όλες οι καρέκλες ήταν πιασμένες - κι συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο μου. Κακώς, όπως κατάλαβα εκ των υστέρων γιατί δεν παρακολούθησα τι μεσολάβησε, μέχρι να σκύψει ο νεαρός στον ώμο μου και να πει, “ελάτε”. Κρατούσε μια τσαντούλα πολλαπλών χρήσεων, πολύ μικρή για το ύψος και το μέγεθός του, σαν αυτές που αγοράζεις από τα πολυκαταστήματα όταν τα ψώνια είναι λίγα - μπρίζες, διακόπτες, μικροπράγματα - και είχε ένα ύφος συνωμοτικό. Σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά στο γκισέ του που είχε σταθεί ένας άλλος τώρα, “έχει σειρά η κυρία είπε αυτός”, και κάθισε στη θέση του βάζοντας μέσα στο χρηματοκιβώτιο τις δεσμίδες που έβγαζε σκύβοντας απ’ την τσαντούλα. Είχα ενθουσιαστεί. -Πολύ κινηματογραφικ...

Εγώ εκεί ποτέ! ποτέ!

Εικόνα
  Έσφιγγε τα δόντια. Τον   έβλεπα. Είχε κοκκινίσει   το μέτωπό του. Κάτασπρα μάγουλα. Χλωμά.   Έβαλε δύναμη, όση δύναμη είχε κι έσπρωξε το καρότσι να κυλήσει πιο πέρα. -Εγώ σ’ αυτό ποτέ! είπε. Το   είχα δανειστεί όταν μας διώξανε από το νοσοκομείο. Αν δεν κάνει τη θεραπεία, πρέπει να αδειάσει το κρεβάτι, μας είχαν ξεκαθαρίσει κι εμείς πληρώσαμε ασθενοφόρο και μας έφερε στο σπίτι. Έβαλα το δανεικό καρότσι στην κρεβατοκάμαρα, όμως εκείνος ήταν ανένδοτος. - Όχι! Δεν το θέλω το καρότσι , επέμενε και σηκώθηκε μοναχός του, τρικλίζοντας. Ούτε εγώ τον βοήθησα. Κρατιόταν από τους   τοίχους, τ ις καρέκλες, τη βιβλιοθήκη.   Όρθιος όμως. Βγήκε κι έκατσε στη βεράντα . Ήταν η   τελευταία φορά. Κείνος ο άντρας, ο λεβένταρος, από 18 χρονών μαζί και έτσι μπαμ! Τον ρήμαξε. Στο τ ελευταίο   στάδιο. Τίποτα! Τίποτα. Τόσοι γιατροί, τόσα φάρμακα, τόση επιστήμη. Αφού δεν παίρνει γιατρειά, αφού δε θα σηκωθεί να περπατήσει, να ζήσει όπως του αρέσει, θα έπρεπε να τους ...