Αναρτήσεις

από τον πάγκο

Εικόνα
  Μιλάει γρήγορα. Ασθματικά. 30+. «Αν έβρισκα μία σαν τη μάνα μου», λέει. «Σιδερώνει, πλένει, μαγειρεύει, φροντίζει και δε μιλάει πολύ. Από όσο θυμάμαι, το σπίτι μας αστράφτει. Η αυλή, ο δρόμος, μέσα τα δωμάτια, η κουζίνα της, όλα. Αν είναι μια κοπέλα σαν τη μάνα μου… αν έβρισκα μια τέτοια κοπέλα, θα την πίστευα, θα την παντρευόμουν, θα ένιωθα μια κάποια ασφάλεια, ρε φίλε. Να με ξελασπώνει, να με ξεκουράζει, να με στηρίζει και όχι όλο να απαιτεί, να θέλει και τούτο και κείνο και γω να είμαι πάντα εκεί, ο τέλειος, ο δυνατός αλλά να μη της φέρνω και αντιρρήσεις, να την σέβομαι, να της αφήνω ελευθερίες…». Απέναντί του δυο γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, κουνάν το κεφάλι και κοιτάζονται μεταξύ τους. «Α τόσο μαλάκας έχει γίνει λοιπόν, ο παλιός συμμαθητής μου», σχολιάζει αργότερα μια συνομήλική του που μαθαίνει το αντρικό παραλήρημα. «Μαλάκας;» «Και φασίστας μάλλον. Μαλάκας και φασίστας», ξεσπάει η νέα γυναίκα. «Άκου μια σαν τη μάνα του! Μήπως να τη δέρνει κιόλας! Άντε μετ...

τσιγάρο και ούζο

Εικόνα
  Ο φίλος μου είχε καφενείο εκεί. Καφέδες , ούζα, λίγο μεζέ. Κάπνιζε   πολύ. Μ έσα στο καφενείο και   έξω από αυτό. Όλοι καπνίζαμε τότε μα αυτός πιο πολύ. Κάναμε παρέα . Και π ώ ς είναι να δουλεύεις σε   τέτοια περιοχή ; τον είχα ρωτήσει. Πώς είναι να κάθεσαι ως αργά και να είναι όλοι αυτοί εκεί γύρω, οι πελάτες σου; Είχε κουνήσει   το   κ εφάλι , ή μπορεί και τα χέρια , τα   μάτια . Ίσως τίναξε και τα πόδια του.   Δ ε θυμάμαι. Έ χουν περ ά σει   τα χρόνια. Πάντως δε είχε απαντήσει κάτι από αυτά που φανταζόμουν μέσα στην ανόητη άγνοιά μου. Δεν είπε για παράδειγμα ότι πονάει η ψυχή του, ότι θυμώνει, ότι θέλει να πάρει μια σκούπα, ένα φτυάρι, να βάλει μια δυνατή βόμβα, να οπλίσει ένα καλάσνικοφ. Δεν ικανοποίησε τη ρηχή περιέργεια της ερώτησής μου. Όπως δε μιλούσε   και   ο πατέρας κάθε που τον   ρωτούσα. Για   κείνον όμως ήξερα και δεν επέμενα. Κοίταζα μόνο   το δίπλωμα   Ευγνωμοσύνης στο χωλ κρεμασμένο και άκουγα ...

τουβαλίθι vs τάπερ

Εικόνα
  για τη Βαλάντη που πρότεινε Το βασικότερο, να έχει απάγκιο   κει που θα κάτσουμε να προσμπουκίσουμε . Κι   ύστερα... Ν α γράψω. Για να σωθεί το τουβαλίθι, το ψωμί με την ελιά – νηστεία γαρ Νοέμβρη , Δεκέμβρη– και τα μαυρισμένα νύχια, τα λερωμένα δάχτυλα (κάθε φορά έβγαζα άφθες στο στόμα, άμαθη όπως ήμουν, έπιανα το ψωμί χωρίς να πλύνω τα κουρασμένα χέρια μου, πώς να πλύνεις τα χέρια στο χωράφι), και το τραγούδι του πατέρα και οι ψαλμοί που δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ο ήχος από το πριόνι χειρός του ιδιοκτήτη – κάθε ελιά στο χώμα , το δικό του δέρμα γρατσουνούσε   – απαλός όπως κι όλοι οι ήχοι από τα κοντοράβδια που βαρούσανε με δύναμη το λιόφτο. Όλοι οι ήχοι σε χαμηλότερο τόνο από την ανθρώπινη φωνή και το λάλημα των πουλιών. Ντουπ ντουπ, σώσον κύριε τον λαό σου! Φέρε το σακί! Πρόσεχε την κλάρα! Τις έχυσες τις ελιές Ελένη! Ντουπ -ντουπ! Πιάσε   το πανί. Στρώστο, να κουρβουλιάσει. Κοίτα να καβαλήκει καλά! Ονόματα οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά. Τώρα όλοι φορά...