Αναρτήσεις

Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Εικόνα
  Το πάτωμα ήταν παλιό αγυάλιστο. Τα ντιβάνια κολλημένα στους τοίχους. Καλοκαίρι. Το σεντόνι με ρίγες βαμβακερό. Δύο πεθαμένα περιστέρια... Σκεπάζαμε τα κεφάλια μας με το σεντόνι. Εγώ θα είμαι Ιρλανδός κι εσύ Ιουδαίος.   Μεγαλύτερη από μένα. Με τα μαλλιά της σγουρά ένα γύρω στο πρόσωπο. Εγώ αλογοουρά και αφέλειες. Μου έσφιγγε το κεφάλι το λάστιχο, δεν εφάρμοζε καλά στο μαξιλάρι. Γι αυτό γύριζα στο πλάι και την κοιτούσα ξαπλωμένη. Μιλούσε και γρήγορα, μου άρεσε, εγώ πιο αργά, να σκεφτώ. Έχεις και μια μάνα και μια αδερφή. Η αδερφή σου σε αγαπάει και όταν σε σκοτώνουνε κλαίει. Μα δεν είμαι ο Ιρλανδός που πάω στο γάμο; Γιατί να με σκοτώσουν. Όχι ο Ιρλανδός. Ούτε εγώ Ιουδαίος. Οι Ιουδαίοι σταυρώσανε το Χριστό. Δε θέλω να είμαι Ιουδαίος. Παίζουμε την άλλη ιστορία. Είσαι το παλικάρι είκοσι χρονών που πας στον πόλεμο και σε σκοτώνουνε στο Γκιουλ Μπαξέ. Τα περιστέρια είναι σκοτωμένα στο χωματόδρομο. Μια σκόνη άσπρη, βουλιάζουνε τα δάχτυλα, αφήνουνε πατημασιές. Ολόκληρες πατού...

«συνεχίζουμε»

Εικόνα
Μακριά απλώνεται η θάλασσα. Και εδώ κάτω απ’ τα δέντρα δεν υπάρχουν πια αυταπάτες. Έτσι είναι τα πράγματα.   «Έλα, έλα άς τη γκουβέντα. Τούτο είναι κοντό. Φέρ’ τ’ άλλο, το μακρύ». Με δυο τέτοια πανάλαφρα 7μετρα πανιά από πλαστικό, γρήγορα-γρήγορα – «άντε δε μπορούνε να περμένουν οι εργάτες» – στρώνουμε το εκατοχρονίτικο δέντρο σβέλτα πολύ και «Άντε δε μπειράζει, άσε τώρα τη γκουρβούλα. Δε μπρολαβαίνουμε». Να γράψω. Για να σωθεί το τουβαλίθι, το ψωμί με την ελιά, τα μαυρισμένα νύχια, τα λερωμένα δάχτυλα και το τραγούδι του πατέρα. Οι ψαλμοί του οι ατελείωτοι μαζί με το χρατς χρατς του πριονιού. Απαλός ο ήχος από το πριόνι όπως και οι άλλοι από τα κοντοράβδια και τις δέμπλες τις ξύλινες που βαρούσανε με δύναμη το λιόφτο. Όλοι οι ήχοι σε χαμηλότερο τόνο από την ανθρώπινη φωνή και το λάλημα των πουλιών. Ντουπ ντουπ, σώσον κύριε τον λαό σου! Φέρ’ το σακί! Πρόσεχε τη γκλάρα! Τις έχυσες τις ελιές Ελένη! Ονόματα οι άνθρωποι, τα δέντρα, τα πουλιά. Είχα ακουμπήσει το στήθος μου...

Αναζητώντας την Ακαδημία Πλάτωνος.

Εικόνα
     Ξεκίνησα με τα πόδια κατηφόρα Πήρα πρώτα την Ελευσινίων. Έτσι όπως άφησα πίσω μου τη Δηλιγιάννη, στο αριστερό πεζοδρόμιο μύρισε κάτι σαν ασβέστης. Μια ανοιχτή πόρτα, χαμηλός τοίχος και ένας ξένος με μια ταβανόβουρτσα έβαφε. Μέσα είχε αυλή και ένα πηγάδι. Μια μουριά τεράστια και ίσκιος. Παντού στην αυλή, ίσκιος. Προχώρησα χαζεύοντας τα παλιά σπίτια και στάθηκα στις γραμμές να περάσει το τρένο – γκράφιτι στα βαγόνια, ψηλά ο μηχανοδηγός – υπάρχει άραγε; Τα αυτοκίνητα σταματημένα κι αυτά. Ένα μπιπ μπιπ μηχανικό, όπως κατεβαίναν οι μπάρες αλλά και το τρένο σφύριζε μέσα από το μικρό τούνελ της γέφυρας, αυτή που έχει από πάνω τη μεγάλη σκάλα και βλέπεις κάτω και πέρα μακριά. Πέρασα προσεκτικά απέναντι. Πιο φαρδύ το πεζοδρόμιο – τα κλιματιστικά των ΕΛΤΑ, ένα μακρύ κτίριο χωρίς πόρτες μόνο κλιματιστικά που ξερνάγανε ζέστη και χύνανε νερά. Μια γυναίκα - εντυπωσιακή μεσόκοπη ξανθιά με φουσκωμένα χείλη, φουσκωτά μαλλιά, ψηλή πάνω σε τεράστιες πλατφόρμες – μύριζε βαριά ...