Αναρτήσεις

θέλω να σου πω για την πίστη και τη θρησκεία

Εικόνα
Φορούσα το μακρύ μου παντελόνι – χειμώνας – και το ζεστό μου μπουφάν. Στην ανάγκη θα μπορούσα να διπλωθώ μ’ αυτό και να κουλουριαστώ στην καρέκλα. Μια ολόκληρη νύχτα. Τριγύρω μου φορέματα σεμνά και παλτά και φούστες μακριές και κάτι παντελόνια καθαρά με τσάκιση και πουκάμισα άσπρα κολλαριστά. (Ήθελα να φτύσω το χώμα απ’ το στόμα μου, να ρουφήξω αέρα καθαρό. Με πλακώνανε γύρω μου τιμωρίες, αυτοάνοσα, κακές αρρώστιες που βγαίναν στο δέρμα – κάτι πληγές όλο αίμα και μετά μπλε και μαύρες με ένα μάτι στη μέση του σάπιου κρέατος.

προσαρμογή

Εικόνα
 Όταν αρχίσανε να θαμπώνουν τα γράμματα, να γίνονται πιο μικρά και πιο θολά, συνήθισα να κλείνω τα βιβλία βαρύθυμη. Κανείς πια δεν γράφει τίποτα ενδιαφέρον! Κανένα σπουδαίο βιβλίο, να με κρατήσει ξάγρυπνη τη νύχτα, όπως τότε όταν ακόμη πήγαινα σχολείο, αλλά κι αργότερα που σερνόμουνα κομμάτια στο γραφείο, αιχμάλωτη κάποιας υπόθεσης λογοτεχνικού χαρακτήρα. Αισθηματικά, κοινωνικά, φιλοσοφικά, αστυνομικά, επιστημονικά! Άπειρα τα προβλήματα των ανθρώπων!

63+1

Εικόνα
Είναι πάνω από χρόνος τώρα, από τότε που άρχισε. Γι’ αυτό και είπα, να το τελειώνω το παιχνίδι. Κυρίως επειδή κουράστηκα πια να κρύβομαι και να προσπαθώ πίσω από τις λέξεις, πίσω από τις εικόνες και με μεγάλη προσοχή μην τυχόν και ξύσουμε λίγο πιο πολύ την επιφάνεια. Μη φανεί η φλόγα στο βάθος που μπορεί να ανάψει τη φωτιά και να γκρεμίσει τους όρθιους ακόμα τοίχους. Σωρός τα ερείπια, πέτρες, χώματα και σκόνη. Γι’ αυτό και πήρα το τρένο – αυτό που ονομάζουν προαστιακό και περιτριγυρίζει γύρω –γύρω την πόλη.

εμένα οι φίλοι μου

Εικόνα
Στα «παιδιά» του Μανδραγόρα Εμένα οι φίλοι μου, δεν ξεχωρίζουν από το πλήθος. Ούτε για τα ρούχα τους, τον τρόπο που μιλάνε ή που κινούνται ανάμεσα. Δεν κάνουν σημείο αναγνωρίσεως, δεν διπλώνουν τα δυο δάχτυλα, δεν υπογράφουν με μια τελεία πάνω δεξιά. Ούτε κάτω αριστερά ούτε στο κέντρο ούτε στην αρχή της υπογραφής τους. Δεν χρησιμοποιούν λέξεις ιδιαίτερες και μορφασμούς ή κλισέ φράσεις διαμορφωμένες στην παρέα. Καμιά ιδιόλεκτο ή συνθηματική σύνταξη. Ούτε ψυχότροπα και ουσίες.

Ειρήνη Φ. Φώτη, Νόμιμος κηδεμόνας, (e book)

Εικόνα
Ειρήνη Φ. Φώτη, Νόμιμος κηδεμόνας , (e book) Στο: https://books2read.com/u/bw2B2Z , https://www.smashwords.com/books/view/987041 Μέχρι να διαβάσω το βιβλίο της Ειρήνης Φ. Φώτη, δεν γνώριζα ότι έχει γραφτεί ελληνικό λογοτεχνικό έργο στο γλωσσικό επίπεδο της δημοτικής που να αποδίδει την βικτωριανή εποχή! Μπορεί λοιπόν να εκφραστεί ο ρομαντισμός και στην καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα! Ένα παράδειγμα: «Διανύαμε ήδη την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου και καθώς ο καιρός συνέχιζε την απρόσκοπτη πορεία του στα ατέρμονα μονοπάτια του χρόνου, όλο και πιο συχνά ο ακτινοβόλος, ζωοδότης Ήλιος έκανε την εμφάνιση του πίσω από τον αλαμπή ορίζοντα και έριχνε στην νεογέννητη, ολόφρεσκη πλάση τις ελπιδοφόρες αχτίδες του. Αρκετές φορές, μάλιστα, έβγαινε νικητής από το κυνηγητό του με τα γιγάντια, μελανά σύννεφα της καταιγίδας, σαν αυτά σκίαζαν απειλητικά το θολό στερέωμα, όμως ο υετός δεν είχε εγκαταλείψει ακόμη οριστικά τον τόπο». (σελ. 69)

αδύναμοι κρίκοι

Εικόνα
–Ξέρεις τι είναι να μεγαλώνεις χωρίς πατέρα; Ξέρεις τι είναι να μεγαλώνεις χωρίς καμιά καθοδήγηση από πουθενά; Να μη μπορεί κανείς να σου επιβληθεί ότι ξέρει το σωστό, αν λείπει ο πατέρας… (Δ. Γ.) Η πομπή με τις μαυροφορεμένες γυναίκες κινείται βιαστικά στο δρόμο. Σκίζουν τα μάγουλά τους, κλαίνε, ουρλιάζουν. Τα μικρά τους παιδιά τις τραβάνε απ’ τις μακριές φούστες. Λεφούσι που σπαράζει, φτάνουν στο προαύλιο. Κι εκεί στέκονται. Καμιά τους δεν τολμάει να μπει στην εκκλησία. Μια βουή σηκώνεται. Βουή και θρήνος. Μέσα στο ναό είναι ο τρόμος. Εκείνη όμως θα μπει. Θα τραβήξει την κουβέρτα και θα τον δει, ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτόν, τον πατέρα των παιδιών της. – Κακόμοιρο… Του είχανε βγάλει τα νύχια… Οι πιο πολλές δεν αντέξανε να τους δούνε. Αργότερα είπανε πως δεν ήταν αυτός. Αργότερα είπανε πως ήταν μια σικέ αναγνώριση. Αλλά εγώ την άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά, την είδα που χαμήλωνε τα γαλανά της μάτια. «Μη ρωτάς, τι είδα παιδί μου».

καθαρτήριο;

Εικόνα
Che fece ... il gran rifiuto Κ. Π. Καβάφης, 1901 Ο Παύλος ζει στο Καθαρτήριο έτσι νομίζει. Όχι του Δάντη. Σε ένα σύγχρονο Καθαρτήριο. Δε χρειάστηκε να πεθάνει για να μπει μέσα. Τουλάχιστον δεν πέθανε βιολογικά. Γιατί ψυχικά και πνευματικά μερικές φορές νομίζει ότι έχει ήδη ναρκωθεί. Είναι καιρός που ζει με αυτή την αίσθηση. Η πρώτη φορά που το σκέφτηκε ήτανε πριν χρόνια. Κατηφόριζε με τα πόδια την Ακαδημίας να γυρίσει απ’ τα βιβλιοπωλεία στο σπίτι του. Κατέβαινε, κατέβαινε, χωνότανε στη γούβα.