Αναρτήσεις

ελαιοσυγκομιδή

Εικόνα
Πρώτα καθάρισα το αμάξι, κυρίως από τις τρίχες του σκύλου. Δύσκολο · μου πήρε ώρα, κολλάνε οι τρίχες, τρυπώνουν στην ύφανση του καθίσματος, συνυφαίνονται. Το έπλυνα κι απέξω. Έριξα νερό, έτριψα τις βρωμιές.   Το κυριότερο, μετά, πήγα στη θάλασσα. Ήλιος λαμπερός πάνω στα μάτια μου, έβαλα τα γυαλιά, δε φτάνανε. Φόρεσα το σκουφί, καλύτερα. Μετά γέμισα τη μεγάλη σακούλα με τα φύκια να τα ρίξω στον κήπο. Είναι ωραίο φυσικό λίπασμα αλλά εμποδίζει κιόλας τα χορτάρια – ζιζάνια να φυτρώσουν καθώς δεν αφήνει το φως του ήλιου να ζεστάνει το χώμα.. Μου αρέσανε τα φύκια έτσι όπως πατούσα απάνω τους ξυπόλητη, όπως κάθισα μαλακά κι ευχάριστα, όπως ξάπλωσα στο τέλος βάζοντας το σκουφί να σκεπάσω το πρόσωπο. Ο ήλιος λαμπρός πολύ και η θάλασσα όμορφη μπλε. Μέσα γυάλιζε το νερό. Ήταν ο ήλιος και ο ουρανός. Ήταν κι ο αέρας που ανάσαινε δροσερός.

κρυψώνες

Εικόνα
Την πρώτη φορά είδα ένα νεαρό να σκύβει στο φρεάτιο του δρόμου και να σηκώνει το καπάκι. Κακοφτιαγμένος, σκυλομούρης μου φάνηκε με σκοτεινό πρόσωπο και ρούχα σκούρα. Πολύ γρήγορα, με επιδεξιότητα μεγάλη όπως έδειχνε, κάτι πήρε από μέσα από την τρύπα, ένα μικρό σακουλάκι, κάτι τυλιγμένο. Δεν πρόλαβα να κοιτάξω καλύτερα, να καταλάβω τι ήταν, πώς ήταν, φοβήθηκα κιόλας – να κοιτάς τη δουλειά σου εσύ, τη δουλειά σου. Πλησιάζανε τότε οι Ολυμπιακοί αγώνες, όλη η χώρα ζούσε τον αναβρασμό – εργολαβίες, λεφτά, πολλά λεφτά, μεγάλα γήπεδα, αθλητικές εγκαταστάσεις ολυμπιακών προδιαγραφών. Αργότερα – είχε έρθει η Κρίση όλοι μετράγαμε πληγές και απώλειες – χειμώνας ήτανε, γλυκιά βραδιά, περπατούσα στο δρόμο παρέα με το μεγαλόσωμο σκύλο μας (τη δουλειά μου, μόνο τη δουλειά μου), όταν  δίπλα στον μεγάλο πράσινο κάδο, σε θέση σταθερή, ο δρόμος ήσυχος, ούτε λεωφορεία, ούτε τρόλευ, ούτε μεγάλα οχήματα, άνθρωποι μόνο, μικρά γιώτα χι και σκύλοι, την ώρα που οι σκύλοι βολτάρανε με τα αφεντικά του...

Χάνα - ή κάπως έτσι

Εικόνα
Πριν το καλοκαίρι η Χάνα ή κάπως έτσι – δεν καταλαβαίνω καλά τον ήχο από το όνομά της – με σταμάτησε στις σκάλες. Την έχω γειτόνισσα. Δεν είναι από δω, μιλάει όμως πια τη γλώσσα αρκετά. Λατρεύει τη θάλασσα και κάθε μέρα – όταν δεν έχει μεροκάματο – πηγαίνει για μπάνιο. Ακόμη και τον χειμώνα. Με κράτησε στην είσοδο αγχωμένη. Δεν είμαι πλούσια, άρχισε να λέει. Δεν έχω να φάω καμιά φορά, όμως εκείνοι δεν έχουν ούτε μέρος να μείνουν! Πεινάνε! Να τον δεις πώς έτρωγε το ψωμί! Ένα κομμάτι τοόσο ψωμί του πήγα και μέχρι να γυρίσω από τη Λαϊκή – σκέφτηκα να του πάω και κανένα πορτοκάλι – το είχε φάει όλο! Σκέτο ψωμί! Πεινάει ο άνθρωπος! Μουρμούρισα δικαιολογίες. Ντρέπομαι. Θα το θέλει το φαγητό μου; Θα του αρέσει; Κι ύστερα πώς να πάω να του αφήσω φαγητό; Σα να ρίχνω κόκαλο σε σκύλο μου φαίνεται, ήθελα να πω αλλά αυτό το τελευταίο δεν το είπα, σαν αίσθηση μέσα μου η μεγάλη ντροπή για τον άνθρωπο και τα έργα μας.

Στο προσκέφαλο*

Εικόνα
Καθότανε όλη τη μέρα δίπλα της στο προσκέφαλο, πάνω σε μια ξύλινη άβολη καρέκλα. Διπλωμένα στα δυο τα μακριά του πόδια και το ψηλό του κορμί. Εκείνη δε μιλούσε. Δεν κουνούσε ούτε τα χέρια ούτε τα πόδια. Μόνο τα μάτια της κρατούσε ανοιχτά και τον κοιτούσε. Σ’ αυτά κρεμότανε.

«Σοκολάτα»*

Εικόνα
Η μητέρα πλέκει   μπιμπίλες. Κάθεται δίπλα στο τζάκι, κάτω από την καινούρια ηλεκτρική λάμπα και κουνάει τα χέρια της βιαστικά.   Την κοιτάζω όπως είναι σκυμμένη, διπλωμένη στα δύο στο χαμηλό της σκαμνί και μου φαίνεται ότι εγώ ποτέ δε θα μπορέσω να κουνήσω τόσο γρήγορα και ζωηρά τα χέρια μου. είναι πολύ προκομμένη γυναίκα η μάνα και όλοι το ξέρουν αυτό. μόνο που εγώ πια δε νιώθω πολύ άνετα μαζί της. Από τότε που νοικιάσαμε το μικρό δωμάτιο στη διπλανή κωμόπολη για να πηγαίνω στο γυμνάσιο, πολλά πράγματα με κάνουνε να νιώθω έτσι.

Το όνειρο

Εικόνα
Έπαιρνε λαχεία κάθε βδομάδα. Ο λαχειοπώλης την ήξερε με το όνομά της. Κάθε μέρα σχεδόν περνούσε απ’ το μαγαζί. Κουβεντιάζανε κιόλας. Λογαριάζανε τα κέρδη και φανταζόντουσαν μαζί τις επενδύσεις Εκείνη τη Δευτέρα μπήκε ολόχαρος. Την αγκάλιασε. ­–Είκοσι εκατομμύρια! Ακόμη είχαμε τις δραχμές.

Η τσάντα μου

Εικόνα
Αγόρασα μια μικρή, γκρίζα Ιταλική τσάντα. Έχει πολλά τσεπάκια, φερμουάρ, θήκες μέσα κι έξω. Ακόμη και χερούλια έχει πολλά. Δυο μικρά κομψά χεράκια και ένα μακρύ λουρί με αυξομειούμενο μήκος, που μπαίνει χιαστί στο στήθος, όπως τα φυσεκλίκια. Χωράει τα απολύτως απαραίτητα, όπως πορτοφόλι, κινητό τηλέφωνο, ένα στυλό και τα γυαλιά μου. Τα κλειδιά στριμώχνονται στην εξωτερική θήκη που κλείνει με φερμουάρ. Ωστόσο δεν είμαι ευχαριστημένη   από την αγορά μου. Με ενοχλεί το μικρό της μέγεθος και τα πολλά φερμουάρ που δυσκολεύομαι να ανοίγω και να   κλείνω. Μπερδεύομαι επίσης με τα πολλά λουράκια και τις θήκες. Δεν είναι ένα σακούλι να τα πετάξεις όλα μέσα. Κλειδιά, γυαλιά, μολύβια, πορτοφόλι, μπουκαλάκια, σημειώσεις και βιβλία διάφορα.