Αναρτήσεις

τω ποιητή

Εικόνα
  στη μνήμη του φίλου μας Λάμπρου Σπιριούνη  που πριν ένα χρόνο, την …έκανε κι αυτός Τα είχε όλα τα ποιήματα στο μυαλό του έτοιμα. Ταχτικά παραταγμένα με τίτλους, αριθμούς και στίχους συγκεκριμένους. Ομάδες και κατηγορίες. Ολόκληρη η λίστα των ποιημάτων της ζωής του έτοιμα να βγούνε στο φως. Το θέμα ήταν μόνο ν’ ανοίξει η τρύπα. Εκείνη η γαμημένη τρύπα! Να πεταχτούνε λέξεις, στίχοι, ποιήματα, έξω εκεί που σφαδάζει ο άλλος, εκεί που στέκεται η κάμερα και ο κόσμος ο απέραντος. Και να κυλήσουν μετά οι λέξεις στρογγυλές, οι στίχοι γυαλιστεροί, αστραφτεροί βόλοι της Τραχήλας. Έτοιμα η πείρα κι ο καημός, η ομορφιά κι η πίκρα, η ανοησία και το τραγούδι. Όλα μέσα στα ποιήματα, έτοιμα στην άκρη. Λυγμός στη νύχτα, φίλε, κραυγές στο σκοτάδι, αόρατη μυρωδιά απ’ το ουίσκι. Ποίηση πουτάνα! Πανάθεμά σε! Λύτρωση και βάσανο!

επιδοτήσεις

Εικόνα
Γεμίζαμε τα τσουβάλια. Κάτι πλαστικά τσουβαλάκια από ζωοτροφές – σιτάρι, καλαμπόκι και πίτουρο – με λεπτή ύφανση ετοιμόρροπα. Πιο πριν, είχαμε «σακιάσει» σε σακούλες από λιπάσματα. Από μέσα λείο, μαύρο γυαλιστερό πλαστικό και απ’ έξω άσπρες οι σακούλες με γράμματα μεγάλα και στοιχεία χημικά. (Φέρε το άζωτο έλεγε ο πατέρας. Ή θα ρίξουμε σύνθετο. Με τις χούφτες το σκόρπιζε γύρω από τις ελιές – όσο φτάνει ο ίσκιος – καμία σχέση όμως με κείνη την παραδοσιακή εικόνα του σπορέως. Ο σπόρος λίγος στο σακούλι, ενώ το λίπασμα, τσουβάλια πενηντάκιλα φορτωμένα σε αγροτικά και τρακτέρ και μετά μοιρασμένο σε κουβάδες που αδειάζανε αμέσως.) Σήμερα όμως δεν αδειάζαμε λίπασμα. Γεμίζαμε. Και όχι χημεία και δηλητήρια. Μέσα στις άδειες σακούλες και στα άδεια τσουβάλια βάζαμε το φυσικό λίπασμα, που είχαν αφήσει έξω απ’ το σπιτάκι οι προβατίνες του Χ.

Τ' Αγιαννιού του Νηστευτή

Εικόνα
Στη στροφή του χωματόδρομου, μια σκιά κουνήθηκε. Άνθρωπος έρχεται, σκέφτηκα. Βάτα και χαμηλή βλάστηση με εμπόδιζαν να δω καθαρά αλλά βρήκα ενδιαφέρον να παρατηρώ τις μικρές, αδιόρατες πνοές που ανασαίνανε στην πρωινή διαύγεια της εξοχής,  περιμένοντας να φανεί ο προσκυνητής. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσα να παρακολουθήσω τα λόγια του Αναγνώστη. Έφταναν στο προαύλιο της εκκλησούλας ακατανόητα, κακοτονισμένα, μουρμουριστά και τα άκουγα σαν ανθρώπινη επωδό για μια προσευχή προς τη φύση.

Κύπελο των εθνών της Αφρικής

Εικόνα
Οπωσδήποτε, ο όμορφος καρπός του ξένου άντρα με το γαλάζιο βραχιολάκι ήταν η αφορμή. Όμως από νωρίς κείνο το απόγευμα, πριν από το φτηνό κόσμημα με τις λεπτές χάντρες και το ανακουφιστικό άγγιγμα στο μυαλό μου (τόση ώρα μέσα στις αλλιώτικες φάτσες, τα άλλα ντυσίματα και τις ξένες φωνές) προετοιμαζόταν αυτή ή κάποια άλλη αντίδραση. Γιατί βέβαια τα πρόσωπα και τα γεγονότα υπήρχαν. Κι αν δεν τα είχα ως τώρα προσέξει δε φταίνε αυτά (πρόσωπα, γεγονότα, πράγματα), αλλά ούτε όμως κι εγώ, αφού δεν είχε ακόμη έρθει η στιγμή.

respect

Εικόνα
  σε όσους επιμένουν με αγάπη να καλλιεργούν τη γη Πρώτα ήταν μια έκθεση. «Με τα χέρια στα κλήματα και τα μάτια στον ουρανό θα περάσει το καλοκαίρι», έγραφα. Το πρώτο καλοκαίρι της μεταπολίτευσης, όταν αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τη δημοτική κι όχι την «απλή καθαρεύουσα». Η καθηγήτριά μου δεν είχε καταλάβει το περιεχόμενο της πρότασης, όσο κι αν της άρεσε η εικόνα κι ο τρόπος που η μία λέξη ακολουθούσε την άλλη. Το θέμα μας – αν δεν κάνω λάθος – ήταν για κάποιο ηλιοβασίλεμα, όμως το συναίσθημά μου είχε τρυπώσει στην περιγραφή. Γιατί ήταν άδικη η ζωή. Έτσι πίστευα.

γεγονότα

Εικόνα
Έπιασα το βλέμμα της. (Πιο εύκολα στο βλέμμα αισθάνεται κανείς τον άλλον. Οι λέξεις – τουλάχιστον εμένα – με μπερδεύουν. Όταν σκάνε στα αυτιά μου, βραχυκυκλώνω, πάει το μυαλό μου εκεί που θέλει μόνο του, φτιάχνει ιστορίες και σενάρια. Δεν διακρίνω τι βρίσκεται από πίσω, να αντιληφθώ, να νιώσω την αιτία, τον άνθρωπο και ίσως, ίσως και την ταραγμένη του ψυχή. Ο εαυτός μου, η δική μου δυσκολία πάνω από τις λέξεις του άλλου, πάνω από τα λόγια του τα θυμωμένα, τα τρυφερά ή έστω τα αδιάφορα. Τι θα ήθελα να ακούσω, τι θα ήθελα να μου πουν, πώς θα ήθελα να είναι ό,τι με περιβάλλει, κλπ. Τέτοιος λαβύρινθος, δεν έχω τον μίτο, το σκοινί το μακρύ, το κουβάρι που θα το ξετυλίξω να βγω στο φως και τον αέρα. Όμως, τα μάτια!

Με αφορμή ένα αφιέρωμα

Εικόνα
Μπήκε στην αίθουσα και προχώρησε προς την έδρα. Ένα απλό τραπέζι γυαλιστερό MDF πράσινο με καφέ πόδια. Ακούμπησε τα βιβλία του εκεί – ένα ντοσιέ, ένα φθαρμένο σχολικό εγχειρίδιο, ένα τετράδιο/ κατάλογο με σκληρό εξώφυλλο – και στάθηκε όρθιος μπροστά του. Στο σκούρο παντελόνι του ένιωσε στιγμιαία ένα άγγιγμα ανησυχητικό – η αμήχανη χαραμάδα του αφρολέξ στην καρέκλα – που ωστόσο το δέχτηκε με κάποια ανακούφιση έτσι όπως του ήτανε οικείο. Η τάξη από κάτω συνέχιζε το διάλειμμα.