Αναρτήσεις

δεν κατάφερε να τον κρατήσει

Εικόνα
Αυτοί – εκεί έξω που περιμένουν να πέσεις για να γεμίσουν την άδεια τους ζωή – βλέπανε μόνο την παλιομοδίτικη εμφάνισή μου. Το παρατημένο μου σώμα και τις υστερικές μου φωνές – απύθμενη βλακεία του κόσμου. Όταν λοιπόν το νέο κυκλοφόρησε – με είχε παρατήσει ο Θύμιος κι έμενε με μια άλλη γυναίκα – ακόμη κι αυτοί που το παίζανε αδιάφοροι και υπεράνω, κυρίως αυτοί, πεθαίνανε για να πουν το λογάκι τους. Τότε ήταν που ξεσκαρτάρισα τους ανθρώπους. Η ίδια η μάνα μου – αν η μάνα δε σου συμπαρασταθεί τι να περιμένεις από τους άλλους – εμ και συ παιδάκι μου δε φτιάχνεσαι λίγο, δεν φροντίζεις τον εαυτό σου! Αν της το επέτρεπε η σεμνοτυφία της θα μου έλεγε ότι έπρεπε να φοράω εσώρουχα σέξι, κοντές φούστες και τέτοια. Τα άκουγα στην αρχή – κι άλλες αισθήσεις ενεργές εκτός απ’ την ακοή – με πόνο και σπαραγμό. Δεν είναι και λίγο να σε παρατήσει ο άλλος που μαζί του έκανες παιδιά, έστησες σπιτικό και περίμενες ότι θα μείνει για πάντα δίπλα σου. Δεν είναι και λίγο να μάθεις ότι τα έφτιαξε, ε...

όνειρα (ή κλίνοντας το ρήμα έχω)

Εικόνα
αφιερωμένο στη Μ. Τ. Ήταν μεσημέρι και άπνοια όταν έπεσε στη μέση του δρόμου. Ένας γιατρός, παιδί σχεδόν, βρέθηκε δίπλα της. Την μετέφεραν σ’ ένα παλιό σπίτι, διώροφο, με μεγάλα ψηλοτάβανα δωμάτια, καθαρούς τοίχους, στενά κρεβάτια και άσπρα σεντόνια. Οροί και πάπιες. Πού βρίσκομαι; Τα δόντια του ήταν αραιά όπως και τα γένια. Χαμογελούσε. Τον έλεγαν Χριστόφορο και θα μπορούσε να είναι ο γιος της. Ελάτε να ξαπλώσετε. Θα σας κάνουμε εξετάσεις και μετά, βλέπουμε. Είχε ξαπλώσει όπως της ζήτησαν. Το κορμί της είχε ακουμπήσει   στο στενό κρεβάτι με τα σιδερένια πόδια, πάνω στο στρώμα το κάπως σκληρό. Το λεπτό ύφασμα του παντελονιού της, είχε αγγίξει απαλά το σεντόνι και το δέρμα της, επιτέλους είχε αρχίσει να ηρεμεί. Ξαφνικά, δεν είχε τίποτα να κάνει.

αμύγδαλα

Εικόνα
Στις οχτώ έβαλε αέρα και ξαφνικά άρχισε να φυσάει δυνατά. Πάνω στη ράχη που ήμουνα πήρε το καπέλο, πήρε τα γυαλιά, πήρε και το κέφι μου. –Δεν θα προλάβω ούτε σήμερα να ψεκάσω τα λέιλαντ. Τώρα πρέπει πάλι να περιμένω. Δε μου απάντησε. Είχε ανέβη στο ψηλό δέντρο ξυπόλυτη και με το πριόνι χρατσ-χρατς έκοβε τις μεγάλες κλάρες τις γεμάτες αμύγδαλα. Κάτι καρποί ευμεγέθεις. Πράσινο περικάλυμμα, σκληρό τσόφλι και γλυκιά νόστιμη ψίχα. Κανένα πανί σήμερα, μάζευα διπλωμένη στα δυο με τα δάχτυλά μου μέσα στα ξερόχορτα. Να διακρίνω τα στρουμπουλά αμύγδαλα να τα βάλω στον κουβά μου μετά να τα αδειάσω στο τσουβάλι, να τα φορτώσουμε στο αμάξι και να τα απλώσουμε στον ήλιο να στεγνώσουν καλά πριν τα κρύψουμε για τον χειμώνα στην αποθήκη. Χτες – μαζί με τον εργάτη – μαζέψαμε τη μεγάλη αμυγδαλιά της αυλής, δυο μικρά τσουβαλάκια. Κι ας μην είχανε καλά γίνει, ας μην είχανε ακόμη «σκάσει» στα «μπουχάδια».   Εκείνος – ένας ψηλός γερός άντρας με πλάτες δυνατές – είχε με τη σκάλα σκαρφαλώσει ...

έτσι κάνουν όλοι (συνηθισμένα πράγματα)

Εικόνα
Φόρεσε το πουκάμισο καθαρό, πολύ καλά σιδερωμένο– παράξενος με τα ρούχα του πολύ απαιτητικός – γυάλισε άλλη μια φορά τα παπούτσια κι έβαλε τη γραβάτα, στενή με μια λεπτή ρίγα. Κράτησε το σακάκι στο χέρι. Δεν ήθελε να το τσαλακώσει μέσα στο αυτοκίνητο. Το ακούμπησε προσεκτικά στο πίσω κάθισμα – δερμάτινη επένδυση σκούρα γκρι, όχι αλκαντάρα και άλλες ιμιτασιόν λύσεις – και κάθισε στο τιμόνι ανασαίνοντας βαθιά. Η πολυτέλεια του σαλονιού, το εξαιρετικό καντράν, η άνεση στην οδήγηση, τον αποζημίωναν για όλες τις αβαρίες.    Έτσι κάνουν όλοι. Έτσι είναι οι δουλειές. Αν ήθελε να φοράει ακριβό πουκάμισο, αν ήθελε να οδηγεί αυτό το αμάξι. Έφτασε στην εταιρία πριν απ’ τους άλλους. Μόνο οι καθαρίστριες και ο επιστάτης. Ανέβηκε στον ημιόροφο, κάθισε στο γραφείο του – στενός ο χώρος αλλά το γραφείο φαρδύ – κι ακούμπησε τα χέρια του στη συνθετική επιφάνεια.

σημεία και τέρατα

Εικόνα
Συνεχίζω με κείνο το τετράδιο, που αγόρασα το καλοκαίρι.   Τι κι αν βρισκόμαστε στην επαρχία. Οι άνθρωποι κλέβουν κι εδώ, μέρα μεσημέρι αρπάζουν χρυσαφικά και χρήματα. Ό,τι βρούνε. Παλιότερα ένας σκότωσε κάποιον. Σήκωσε μια μεγάλη πέτρα και του έλιωσε το κεφάλι. Δεν ήμουν εκεί, το άκουσα όμως. Ο φονιάς είχε χρήματα – δεν θα πω εδώ πώς τα βρήκε – κι έβαλε καλούς δικηγόρους να τον υπερασπιστούν. Βρισκόταν σε άμυνα λένε οι δικηγόροι και οι συγγενείς. «Αιμοβόρος άνθρωπος. Είναι το σόι τους», λένε στα καφενεία και στις αυλές. Έτσι τους κατατάσσουν εδώ. Ανάλογα με την καταγωγή, κολλάνε και τις ταμπέλες. Τα σόγια μένουν στην ίδια γειτονιά – ο αρχικός πυρήνας τουλάχιστον γιατί με τα χρόνια κατοικήσανε στους κήπους, στα χωράφια, σε άλλες πόλεις και σε όλη την υφήλιο πια. Τα σόγια συνήθως υποστηρίζονται μεταξύ τους ή τουλάχιστον οφείλουν να υποστηρίζονται. Όταν έχουν βέβαια κτηματικές ή άλλες διαφορές, δεν υπολογίζουν σόγια και τέτοια. Ο πιο εύκολος τρόπος τότε για να επιτεθεί κανε...

ερωτικό

Εικόνα
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Στριφογύριζα στο κρεβάτι σφιγμένη. Όλο το σώμα μου νευρικό – τιναζόντουσαν τα χέρια μου μοναχά τους, αυτόματα να συνεχίσουν την κίνηση της ημέρας, μια ολόκληρη μέρα να χτυπάω τον καλά κρατημένο καρπό απ’ τα δέντρα, απ’ τα εκατοντάδες δέντρα στη σειρά, που περιμένανε τη δική μου ενέργεια. Το κεφάλι μου πίσω, εκεί που ακουμπούσε στο μαξιλάρι, κόντευε να κάμει πληγή από το πολύ στριφογύρισμα. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα με ένα κοντό φουστάνι να κάνω μάθημα στη σχολική τάξη. Έκρυβα τα γυμνά μου πόδια και φοβόμουνα μην ανεβεί λίγο ψηλότερα η κοντή φούστα κι αποκαλύψει – θεέ μου τι ντροπή! – δεν είχα παρά το φτωχό μου δέρμα, τη σάρκα την κακοφτιαγμένη. Δεν με ενοχλούσε η ηλικία μου – δεν είχα καν ηλικία – αλλά που βρέθηκα μαζί του αργότερα (πόσες ακυρώσεις, πόσες αναβολές, τι χτυποκάρδι) στον προθάλαμο μιας ακμάζουσας επιχείρησης, και όχι οι δυο μας ολομόναχοι. Περνούσαν οι καμαριέρες με σεντόνια και κουβέρτες – όπως στις ταινίες που υποτίθεται ότι στρώνουν, όλο σ...

Αχιλλέας

Εικόνα
Εδώ στην επαρχία που ήρθα για τις γιορτές, ξεκίνησα πάλι να δουλεύω μια αρχινισμένη ερωτική   ιστορία. Ξέρω, ο έρωτας είναι το πιο επαναστατικό συναίσθημα του ανθρώπου, το σέβομαι βαθιά και κάθε φορά το αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά – ίσως όπως τον θάνατο – όμως με μπερδεύει ο χαρακτήρας του άντρα, που νομίζω τον βλέπω μόνο μέσα από τα γυναικεία μου μάτια. Την ηρωίδα μου, την έχω σχηματίσει σχεδόν, της έχω δώσει και όνομα – Κωνσταντίνα – αλλά τον άντρα δεν μπορώ να τον ζωντανέψω. Ακόμη δεν έχει ούτε όνομα. Γράφω τα αρχικά του Γ.Σ., ή Α., αλλά μέσα μου όλο Ξένο τον ονομάζω. Έτσι μ’ αυτόν τον ήρωα λοιπόν προβληματισμένη κι απόψε, με την απροσδιόριστη ταυτότητά του να γυρίζει στο μυαλό μου, βγήκα στον κήπο να κόψω φύλλα αλόης, που τα χρησιμοποιώ σαν καλλυντικό. Ασχολήθηκα με αυτή τη διαδικασία αρκετά – καθάρισε λίγο και το μυαλό μου από τους ίσκιους και τις σκιές – και μετά πήγα στο καφενείο, αυτό στο σοκάκι που μαζεύει κάθε λογής κόσμο. Εκεί συνάντησα έναν γνωστό μου που είναι...