Αναρτήσεις

η παρέα

Εικόνα
Ήρθες. Δεν σε περίμενα στο αεροδρόμιο – ο πατέρας σου το έκανε πάντα αυτό όταν ταξιδεύαμε – είχα όμως καθαρίσει το σπίτι, είχα πλύνει και τα σκεπάσματα. Τίναξα γερά το στρώμα, να φύγει η σκόνη η παλιά. Μαγείρεψα και το μπελαλίδικο φαγητό που αγαπούσες – έκπληξη να το βρεις και να το απολαύσεις – ντολμαδάκια με κληματόφυλλα κατεψυγμένα στη δική μου κατάψυξη για σένα όταν θα ερχόσουν. Έπεσες στην αγκαλιά μου χωρίς να ντρέπεσαι – τι να ντραπείς, η μάνα σου είμαι. Μετά, δεν πεινάω ακόμη μαμά, είχαν φαγητό στην πτήση, ήρθα με την ακριβή εταιρία. Άφησες το σακίδιο και τη βαλίτσα στο παλιό σου δωμάτιο – όχι πάνω στο πάπλωμα τη βαλίτσα, δεν ξέρεις τι μπορεί να έχουν τα αεροδρόμια! Τόσοι άνθρωποι ταξιδεύουν – μετά με φίλησες και – θα βγω. Περιμένουν τα παιδιά. Μόνη μου κάθισα στο τραπέζι – ο πατέρας σου όπως ξέρεις δε μένει πια εδώ, άδειασε τελείως η φωλιά με το που εσύ έφυγες – όχι μην αλλάξεις το πρόγραμμά σου να μου κάνεις παρέα, πήγαινε να διασκεδάσεις. Μα και μαζί σου διασκεδάζω...

το τσαγερό

Εικόνα
Θέλω να σου πω για το σπίτι – όλο σπίτια οι ιστορίες μου. Των άλλων. Κάθομαι απ’ έξω. Με τις σκάλες τους τις παλιές, τα παράθυρα τα κλειστά, τους τοίχους τους ξεθωριασμένους. Με τραβάνε τα σπίτια. Μπορεί κάποτε να ήμουνα κι εγώ σπίτι. Να είχα τοίχους, παράθυρα, πόρτες κι ένα φράχτη ξύλινο με μυτερούς πασσάλους. Δεν μπορούν να πηδήσουν οι κλέφτες, οι παράνομοι, οι ανέστιοι, αυτοί που σε όλες τις ιστορίες πηδάνε τους ξύλινους φράχτες. Οι ξυσμένες άκρες, οι μύτες οι αιχμηρές, δυσκολεύουν το πήδημα, το καθυστερούν. Μέσα μου αναζητώ κάθε φορά τη γλώσσα των σπιτιών. Ψηλά τα δέντρα,  θεριεύουν τεράστια. Σκεπάζουν τα ερειπωμένα, κλειστά άδεια σπίτια. Μ’ αυτό όμως όλα ήταν αλλιώτικα. Δεν το ήξερα. Δεν είχα κάτσει απέξω να το παρατηρήσω Ούτε τη θέση του πρόλαβα καλά-καλά να καταλάβω – πίσω από άλλα, σε μια ανηφόρα, ούτε αυτοκίνητο περνούσε ούτε άνθρωπος, μόνο το βουνό φαινόταν. Ένα μαύρο βουνό που τη νύχτα θα γέμιζε φωνές. Τσακάλια και λύκοι.

ελεύθερη πτώση

Εικόνα
«Όταν έκανα πρώτη φορά ελεύθερη πτώση ήταν σαν να  ξαναγεννήθηκα!Εκείνο το πρώτο βήμα, διστάζεις, φοβάσαι, αρνείσαι, όμως αυτό το βήμα στο άγνωστο είναι ό,τι σε κάνει να ξαναγεννηθείς!»    (Από την τηλεοπτική εκπομπή του Κωστή Ζαφειράκη, «απόψε κάνεις μπαμ») Δεν είχε προλάβει να θελήσει κανέναν. Τουλάχιστον έτσι όπως απαιτούσε η περίσταση. Μαζεμένη,ντροπαλή, χωρίς αυτοπεποίθηση. Θα ζήσεις καλά, της λέγανε. Θα έχεις ό,τιθέλεις. Θα μένεις στο σπίτι με τα παιδιά. Δεν θα δουλεύεις. Αυτό το τελευταίο πρέπει να την έπεισε πιο πολύ από τα άλλα. Και το ότι θα έφευγε από το πατρικό της. Δεν περνούσε καλά εκεί μέσα. Μετά τη χάσαμε. Τη συναντούσαμεκάπου-κάπου μόνο, και ευκαιριακά. Δε μας μιλούσε. Δεν έλεγε τίποτα για τη ζωή της. Μόνο βλέπαμε τα μάγουλά της που φουσκώνανε και το σώμα της που φάρδαινε. Όλο φάρδαινε. Μπορεί να μη μιλάει, να μην παραπονιέται ο άνθρωπος, όταν όμως ξεχειλίζουν τα κρέατά του από παντού… Χτυπιόνται και ξεσκίζονται τα κορμιά από μέσα. Παλιών...

ελαιοσυγκομιδή

Εικόνα
Πρώτα καθάρισα το αμάξι, κυρίως από τις τρίχες του σκύλου. Δύσκολο · μου πήρε ώρα, κολλάνε οι τρίχες, τρυπώνουν στην ύφανση του καθίσματος, συνυφαίνονται. Το έπλυνα κι απέξω. Έριξα νερό, έτριψα τις βρωμιές.   Το κυριότερο, μετά, πήγα στη θάλασσα. Ήλιος λαμπερός πάνω στα μάτια μου, έβαλα τα γυαλιά, δε φτάνανε. Φόρεσα το σκουφί, καλύτερα. Μετά γέμισα τη μεγάλη σακούλα με τα φύκια να τα ρίξω στον κήπο. Είναι ωραίο φυσικό λίπασμα αλλά εμποδίζει κιόλας τα χορτάρια – ζιζάνια να φυτρώσουν καθώς δεν αφήνει το φως του ήλιου να ζεστάνει το χώμα.. Μου αρέσανε τα φύκια έτσι όπως πατούσα απάνω τους ξυπόλητη, όπως κάθισα μαλακά κι ευχάριστα, όπως ξάπλωσα στο τέλος βάζοντας το σκουφί να σκεπάσω το πρόσωπο. Ο ήλιος λαμπρός πολύ και η θάλασσα όμορφη μπλε. Μέσα γυάλιζε το νερό. Ήταν ο ήλιος και ο ουρανός. Ήταν κι ο αέρας που ανάσαινε δροσερός.

κρυψώνες

Εικόνα
Την πρώτη φορά είδα ένα νεαρό να σκύβει στο φρεάτιο του δρόμου και να σηκώνει το καπάκι. Κακοφτιαγμένος, σκυλομούρης μου φάνηκε με σκοτεινό πρόσωπο και ρούχα σκούρα. Πολύ γρήγορα, με επιδεξιότητα μεγάλη όπως έδειχνε, κάτι πήρε από μέσα από την τρύπα, ένα μικρό σακουλάκι, κάτι τυλιγμένο. Δεν πρόλαβα να κοιτάξω καλύτερα, να καταλάβω τι ήταν, πώς ήταν, φοβήθηκα κιόλας – να κοιτάς τη δουλειά σου εσύ, τη δουλειά σου. Πλησιάζανε τότε οι Ολυμπιακοί αγώνες, όλη η χώρα ζούσε τον αναβρασμό – εργολαβίες, λεφτά, πολλά λεφτά, μεγάλα γήπεδα, αθλητικές εγκαταστάσεις ολυμπιακών προδιαγραφών. Αργότερα – είχε έρθει η Κρίση όλοι μετράγαμε πληγές και απώλειες – χειμώνας ήτανε, γλυκιά βραδιά, περπατούσα στο δρόμο παρέα με το μεγαλόσωμο σκύλο μας (τη δουλειά μου, μόνο τη δουλειά μου), όταν  δίπλα στον μεγάλο πράσινο κάδο, σε θέση σταθερή, ο δρόμος ήσυχος, ούτε λεωφορεία, ούτε τρόλευ, ούτε μεγάλα οχήματα, άνθρωποι μόνο, μικρά γιώτα χι και σκύλοι, την ώρα που οι σκύλοι βολτάρανε με τα αφεντικά του...

Χάνα - ή κάπως έτσι

Εικόνα
Πριν το καλοκαίρι η Χάνα ή κάπως έτσι – δεν καταλαβαίνω καλά τον ήχο από το όνομά της – με σταμάτησε στις σκάλες. Την έχω γειτόνισσα. Δεν είναι από δω, μιλάει όμως πια τη γλώσσα αρκετά. Λατρεύει τη θάλασσα και κάθε μέρα – όταν δεν έχει μεροκάματο – πηγαίνει για μπάνιο. Ακόμη και τον χειμώνα. Με κράτησε στην είσοδο αγχωμένη. Δεν είμαι πλούσια, άρχισε να λέει. Δεν έχω να φάω καμιά φορά, όμως εκείνοι δεν έχουν ούτε μέρος να μείνουν! Πεινάνε! Να τον δεις πώς έτρωγε το ψωμί! Ένα κομμάτι τοόσο ψωμί του πήγα και μέχρι να γυρίσω από τη Λαϊκή – σκέφτηκα να του πάω και κανένα πορτοκάλι – το είχε φάει όλο! Σκέτο ψωμί! Πεινάει ο άνθρωπος! Μουρμούρισα δικαιολογίες. Ντρέπομαι. Θα το θέλει το φαγητό μου; Θα του αρέσει; Κι ύστερα πώς να πάω να του αφήσω φαγητό; Σα να ρίχνω κόκαλο σε σκύλο μου φαίνεται, ήθελα να πω αλλά αυτό το τελευταίο δεν το είπα, σαν αίσθηση μέσα μου η μεγάλη ντροπή για τον άνθρωπο και τα έργα μας.

Στο προσκέφαλο*

Εικόνα
Καθότανε όλη τη μέρα δίπλα της στο προσκέφαλο, πάνω σε μια ξύλινη άβολη καρέκλα. Διπλωμένα στα δυο τα μακριά του πόδια και το ψηλό του κορμί. Εκείνη δε μιλούσε. Δεν κουνούσε ούτε τα χέρια ούτε τα πόδια. Μόνο τα μάτια της κρατούσε ανοιχτά και τον κοιτούσε. Σ’ αυτά κρεμότανε.