Αναρτήσεις

πρωί

Εικόνα
    Ο Ε. Χ. Γεωργίου ξύπνησε από τον ύπνο του. Κοίταξε το φως που έμπαινε από το παράθυρο. Ξημέρωνε. Ούτε σύννεφα ούτε νέφος. Θα είναι μια ευχάριστη μέρα. Στάθηκε λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως στην άκρη του τζαμιού – ούτε κρύο ούτε ακόμη η ζέστη η αποπνικτική. --Θα ήθελα να μην ζω όταν ξανάρθει η αφόρητη ζέστη... Το μεγάλο ταξίδι το σκεφτότανε κάθε μέρα. Ειδικά απ’ όταν πέθανε η Μαρία τον περσινό Δεκέμβριο. Τότε είχε πρωτοκάνει κι αυτή την ευχή. Αλλά δεν εισακούστηκε. Όχι μόνο δεν έφυγε στη διάρκεια του χειμώνα, αλλά του παρουσιάστηκε και τούτος ο όγκος πίσω στην πλάτη. Έβαλε τον καθρέφτη, σιχαμένα κύτταρα που μεγαλώνουνε με δική τους πρωτοβουλία και του καθορίζουνε τη ζωή.

ήρθε για να γιατρέψει τα δέντρα

Εικόνα
Όταν κατέβηκε από το λεωφορείο, ήμουν κι εγώ εκεί. --Ψάχνω το σπίτι του Χρήστου του Χύμου... Είχε μια έρρινη κάπως φωνή. Καμιά σαρανταριά χρόνων με πουκάμισο και σακάκι σουέτ. Κρατούσε μια τσάντα δερμάτινη – λεπτή, τετράγωνη – που έμοιαζε να έχει μέσα το λάπ-τοπ, μολύβια και εργαλεία. Όχι τσάντα για ρούχα ή φάρμακα. Απόγευμα, κατά τις πέντε. Νοέμβριος αλλά χωρίς κρύο. Οι άνθρωποι περπατούσαν στους δρόμους με ελαφρά ακόμη πουλόβερ. Χωρίς μπουφάν, χωρίς σκουφιά. Ούτε οι βροχές είχαν πέσει ακόμη δυνατές. Μόνο τα δέντρα κιτρινίζανε και τα φύλλα τους τα φυσούσε ο άνεμος και τα σκόρπιζε στους δρόμους και στις αυλές.

ίσως τον έλεγαν Ζαν

Εικόνα
«Ο Ζαν ήτανε Γάλλος και παραθέριζε τα καλοκαίρια στο σπιτάκι που είχε σκαρώσει ο Ζ. (δε γράφω ολόκληρο το όνομά του, έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία τώρα το πρόσωπο) κοντά στη θάλασσα, καμιά ώρα ποδαρόδρομο απ’ το χωριό. Το νοίκιαζε αυτό ένας ιδιόρρυθμος ξένος για να ξεφύγει, όπως έλεγε, απ’ τη ζαλάδα της χώρας του. Ο Ζαν ήτανε γιος του, ανιψιός του; Κανείς δεν ήξερε. Τον είχα συναντήσει μια φορά καταμεσήμερο στο δρόμο, ανεβασμένη στο γαϊδούρι μας. Εκείνος γύριζε από το μπάνιο με το μαγιό του και μια πετσέτα στους ώμους, γυαλίζανε στα μαλλιά του οι σταγόνες του νερού. Είχε σταθεί στην άκρη του δρόμου και με παρατηρούσε. Απ’ τη μια μεριά του σαμαριού τα πόδια μου, από την άλλη ένα σακί ξυλοκέρατα, φαΐ για τις γίδες που βόσκανε σ’ ένα χωράφι μας μισή ώρα πιο πέρα. Ποιος τα κανονίζει αλήθεια; Η μια, μαυροψειριασμένη πάνω στο γαϊδούρι και ανάμεσα στα κλήματα κι ο άλλος ηλιοθεραπεία δίπλα στο κυμοθάλασσο και μπλουμ! στο νερό για δροσιά και άσκηση. Τον κοίταζα κρυφά κ...

κουρτίνες

Εικόνα
Αφιερωμένο σε όσους φοβούνται ν’ αγκαλιάσουν αδυναμίες Στο τετράδιο. Στην πρώτη σελίδα. Μια εργασία. Δε θυμάμαι σε ποιο μάθημα. Μάλλον κάποια ερώτηση γλωσσική. Μπορεί και μαθηματικά και φυσική. Δεν έχει σημασία. Είχαν γίνει όμως λάθη. Μικρά, μεγάλα, δεν μπορώ να προσδιορίσω. Πάντως υπήρχαν κοκκινίλες και μουτζούρες, υπογράμμιση βιαστική κι έντονη. Το στυλό του διορθωτή βίαιο. Στην πρώτη -πρώτη σελίδα. Αμέσως μετά το εξώφυλλο. Δε μεσολαβούσε κάποιο φύλλο κενό, άσπιλο, να μην εκτίθενται τα ανθρώπινα, τα αδύναμα, τα θνητά, οι δοκιμές, σε πρώτη-πρώτη άμεση θέα. –Θα το σκίσω. Θα το ξαναγράψω σωστά και θα του βάλω εγώ άλλο βαθμό καλύτερο.

My FaceApp

Εικόνα
Το βλέμμα της με τσουρούφλισε λες και ξεπήδησε απ’ τις φλόγες της αβύσσου. Ποτέ δεν την είχα δει τόσο όμορφη – και την ήξερα χρόνια.  Λεπτή, με κάτι γάμπες μακριές νευρώδεις, έστριβε το τσιγάρο της απασχολημένη. Θα είχε πιθανόν χαλάρωση από μέσα στους γλουτούς με δυο εγκυμοσύνες και τα κιλά που έχασε, όμως η κοντή φούστα την κολάκευε. Έστριβε αφοσιωμένη το τσιγάρο της, κι εγώ την κοίταζα με ξαφνική ταραχή. Τόσο ωραία, πάνω σ’ αυτή την καμπή της ζωής της, πάνω σ’ αυτή τη χρονική περίοδο που κλαίει και πονάει και οδύρεται και συγκρούεται αμείλικτα με όσους αγαπά – όσο τολμά η βιασμένη της ψυχή να αγαπήσει – δε μπορούσε μάλλον να ξέρει πόσο ήτανε συγκλονιστική.

στο σπίτι

Εικόνα
Μου το έφερε στο σπίτι. Ένα μεγαλόσωμο αδέσποτο σκυλί. Βρώμικο. Οι μακριές του τρίχες σαν τζίβα. Ήταν αργά Παρασκευή βράδυ, με είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, όπως το συνήθιζα τελευταία, κι άργησα να αντιδράσω. Θα μπορούσε να ήταν άνθρωπος, σκέφτηκα μέσα μου χωρίς να το θέλω και πάλι χωρίς να το θέλω, ανακατεύτηκα. Με πήρε από πίσω, μου είπε και χαμογελούσανε μέχρι και τα αυτιά του. Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα δεν τον είχα ξαναδεί τόσο χαρούμενο. Οι άνθρωποι δεν ακολουθούν, πάλι μέσα μου η ίδια φωνή που μου έφερνε αναγούλα. Μύριζε άσχημα, ίσως έψαχνε στα σκουπίδια, ίσως έτρωγε ακαθαρσίες, όπως είχα δει να κάνουν οι σκύλοι.

αγαπητέ μου αδελφέ

Εικόνα
Το ανέσυρα στο τελευταίο ξεσήκωμα, πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα. Ξεχείλιζε πια το σπίτι από το χαρτομάνι, πήρα να ξεσκαρτάρω, να κρατήσω, να φυλάξω, ξέθαψα και τα κουτιά του πατέρα. Πρώτα το παλιό τεφτέρι που έγραφε τα κιλά τις ελιές, τα σακιά τα λιπάσματα, την τιμή της σταφίδας, την τιμή του λαδιού και όλα όσα ακόμη και στην εποχή των Μυκηναίων βρήκαμε να σημειώνουν. Οι λίστες των ανθρώπων. Πίσω από τις λίστες ήτανε και το σφιχτοδεμένο κουτί. Γυρισμένος ο σπάγκος πολλές φορές, κόμποι και θηλειές. Ένα χαρτονένιο κουτί με ξεθωριασμένα χρώματα, ρηχό ορθογώνιο – κάποιο πουκάμισο θα είχε άλλοτε μέσα, όλο πουκάμισα φέρνανε στον πάτερα οι συγγενείς. Πουκάμισα και πουλόβερ ή ζιλέ για τη γιορτή των Χριστουγέννων. Αγαπητέ μου αδελφέ, Σου γράφω απόψε γιατί αύριο πλέον δεν θα είμαι στο έδαφος της πατρίδος…