Αναρτήσεις

κουρτίνες

Εικόνα
Αφιερωμένο σε όσους φοβούνται ν’ αγκαλιάσουν αδυναμίες Στο τετράδιο. Στην πρώτη σελίδα. Μια εργασία. Δε θυμάμαι σε ποιο μάθημα. Μάλλον κάποια ερώτηση γλωσσική. Μπορεί και μαθηματικά και φυσική. Δεν έχει σημασία. Είχαν γίνει όμως λάθη. Μικρά, μεγάλα, δεν μπορώ να προσδιορίσω. Πάντως υπήρχαν κοκκινίλες και μουτζούρες, υπογράμμιση βιαστική κι έντονη. Το στυλό του διορθωτή βίαιο. Στην πρώτη -πρώτη σελίδα. Αμέσως μετά το εξώφυλλο. Δε μεσολαβούσε κάποιο φύλλο κενό, άσπιλο, να μην εκτίθενται τα ανθρώπινα, τα αδύναμα, τα θνητά, οι δοκιμές, σε πρώτη-πρώτη άμεση θέα. –Θα το σκίσω. Θα το ξαναγράψω σωστά και θα του βάλω εγώ άλλο βαθμό καλύτερο.

My FaceApp

Εικόνα
Το βλέμμα της με τσουρούφλισε λες και ξεπήδησε απ’ τις φλόγες της αβύσσου. Ποτέ δεν την είχα δει τόσο όμορφη – και την ήξερα χρόνια.  Λεπτή, με κάτι γάμπες μακριές νευρώδεις, έστριβε το τσιγάρο της απασχολημένη. Θα είχε πιθανόν χαλάρωση από μέσα στους γλουτούς με δυο εγκυμοσύνες και τα κιλά που έχασε, όμως η κοντή φούστα την κολάκευε. Έστριβε αφοσιωμένη το τσιγάρο της, κι εγώ την κοίταζα με ξαφνική ταραχή. Τόσο ωραία, πάνω σ’ αυτή την καμπή της ζωής της, πάνω σ’ αυτή τη χρονική περίοδο που κλαίει και πονάει και οδύρεται και συγκρούεται αμείλικτα με όσους αγαπά – όσο τολμά η βιασμένη της ψυχή να αγαπήσει – δε μπορούσε μάλλον να ξέρει πόσο ήτανε συγκλονιστική.

στο σπίτι

Εικόνα
Μου το έφερε στο σπίτι. Ένα μεγαλόσωμο αδέσποτο σκυλί. Βρώμικο. Οι μακριές του τρίχες σαν τζίβα. Ήταν αργά Παρασκευή βράδυ, με είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, όπως το συνήθιζα τελευταία, κι άργησα να αντιδράσω. Θα μπορούσε να ήταν άνθρωπος, σκέφτηκα μέσα μου χωρίς να το θέλω και πάλι χωρίς να το θέλω, ανακατεύτηκα. Με πήρε από πίσω, μου είπε και χαμογελούσανε μέχρι και τα αυτιά του. Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα δεν τον είχα ξαναδεί τόσο χαρούμενο. Οι άνθρωποι δεν ακολουθούν, πάλι μέσα μου η ίδια φωνή που μου έφερνε αναγούλα. Μύριζε άσχημα, ίσως έψαχνε στα σκουπίδια, ίσως έτρωγε ακαθαρσίες, όπως είχα δει να κάνουν οι σκύλοι.

αγαπητέ μου αδελφέ

Εικόνα
Το ανέσυρα στο τελευταίο ξεσήκωμα, πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα. Ξεχείλιζε πια το σπίτι από το χαρτομάνι, πήρα να ξεσκαρτάρω, να κρατήσω, να φυλάξω, ξέθαψα και τα κουτιά του πατέρα. Πρώτα το παλιό τεφτέρι που έγραφε τα κιλά τις ελιές, τα σακιά τα λιπάσματα, την τιμή της σταφίδας, την τιμή του λαδιού και όλα όσα ακόμη και στην εποχή των Μυκηναίων βρήκαμε να σημειώνουν. Οι λίστες των ανθρώπων. Πίσω από τις λίστες ήτανε και το σφιχτοδεμένο κουτί. Γυρισμένος ο σπάγκος πολλές φορές, κόμποι και θηλειές. Ένα χαρτονένιο κουτί με ξεθωριασμένα χρώματα, ρηχό ορθογώνιο – κάποιο πουκάμισο θα είχε άλλοτε μέσα, όλο πουκάμισα φέρνανε στον πάτερα οι συγγενείς. Πουκάμισα και πουλόβερ ή ζιλέ για τη γιορτή των Χριστουγέννων. Αγαπητέ μου αδελφέ, Σου γράφω απόψε γιατί αύριο πλέον δεν θα είμαι στο έδαφος της πατρίδος…

το μεγάλο τετράδιο

Εικόνα
     Της Σ. Κ. Σελίδα πρώτη Κομψή, σικάτη. Οι γάμπες της νομίζω έφεραν – για μένα τουλάχιστον – τη στάμπα του τι μπορεί να θεωρείται θηλυκό. Είχε λεπτούς αστραγάλους, ελάχιστη καμπυλότητα στην κνήμη και τα τέλεια γόνατα. Στρογγυλά, λεία, σαν ωραία γελαστά παιδικά πρόσωπα. Ήταν μικροκαμωμένη και φορούσε πάντα γόβες. Ακόμη και τα πασουμάκια  της με τακουνάκι και μύτη μπροστά ήταν. Τα ρούχα της τα διάλεγε να της πηγαίνουν. Κι ας έμοιαζαν στη βιτρίνα συντηρητικά ή θλιμμένα. Όταν τα φορούσε πάνω της θαρρείς και μιλούσαν. Τα περισσότερα αν τα αφουγκραζόσουν με προσοχή, θα καταλάβαινες ότι ψιθυρίζανε θλιμμένα. Όμως ήταν μοναδική. Τουλάχιστον στα μάτια μου. Ιδιαίτερη και εύθραυστη. Δεύτερη σελίδα. Λοιπόν, γιατί δεν έγινες αυτό που ξεκίνησες; Γιατί δεν συνέχισες να φοιτάς στη σχολή, που είχες περάσει σαν ταλέντο;

για την αγάπη

Εικόνα
Η αγάπη! Όταν έχεις αγάπη δε χρειάζεσαι τίποτα. Η αγάπη είναι σα χίλιες μαστούρες! Α! η αγάπη. (Μιλούσε ο Α., που πέρασε πολύ καλή παιδική ηλικία αλλά έχασε την κοπέλα του και …, στο ρεπορτάζ του Apha, 360 μοίρες με τη Σοφία Παπαϊωάνου, «24 ώρες στις πιάτσες των ναρκωτικών») Κολυμπάω στα κύματα – μισό λεπτό περίμενε να πλύνω αυτά τα λίγα πιάτα, επιμένει εδώ το ξεραμένο γιαούρτι – κοίτα πως χωρίζουν τώρα που μπαίνουμε γυμνοί. Θα δεχτούν τα σώματά μας, μην ανησυχείς, κανείς δεν ξέρει τι είναι καλό και τι κακό για τον καθένα, καλύτερα από τούτη εδώ την επαφή.

περί σχημάτων και στεγανών

Εικόνα
Τα έψαχνε από μικρή. Της αρέσανε. Και από νωρίς το κατάλαβε ότι και οι δάσκαλοι αγαπούσαν να φτιάχνουνε σχήματα και να κλείνουνε τα πράγματα σε κουτάκια. Άνοιγε λοιπόν τ’ αυτιά της και περίμενε. Αυτιά και μάτια ορθάνοιχτα. Έσπρωχνε να χώσει στο καινούριο κουτί το χτυπημένο της γόνατο, την πληγή που έτρεχε στο κούτελο, τον καυγά με την Πηνελόπη, τις κουτσουλιές της μικρής της κοτούλας – μα σου είπα μη μου λερώσεις το καινούριο μου φόρεμα! Ακόμη και τις άσχημες λέξεις, αυτές που της ερχόντουσαν ορμητικά μέχρι τα σφιγμένα της δόντια (γαμώτο, στο διάβολο, στο διάβολο, σατανάς! Και τέτοια που δεν έπρεπε να τα ξεστομίζει γιατί θα πήγαινε στην Κόλαση, στην Κόλαση να καίγεται στον αιώνα τον άπαντα) τα πίεζε να πάρουν το σχήμα του κουτιού. Κάπως όλα αυτά τα παράξενα και ανεξήγητα και καινούρια, προσπαθούσε να τα χωρέσει κάπου, να τα εξηγήσει, να τα αριθμήσει με νούμερα και γραμμές. Κόκκινες, πράσινες, μπλε, καφέ, κίτρινες, μωβ… δε μπορεί κάπου έπρεπε να ταιριάξουν.