το τσαγερό

Θέλω να σου πω για το σπίτι – όλο σπίτια οι ιστορίες μου. Των άλλων. Κάθομαι απ’ έξω. Με τις σκάλες τους τις παλιές, τα παράθυρα τα κλειστά, τους τοίχους τους ξεθωριασμένους. Με τραβάνε τα σπίτια. Μπορεί κάποτε να ήμουνα κι εγώ σπίτι. Να είχα τοίχους, παράθυρα, πόρτες κι ένα φράχτη ξύλινο με μυτερούς πασσάλους. Δεν μπορούν να πηδήσουν οι κλέφτες, οι παράνομοι, οι ανέστιοι, αυτοί που σε όλες τις ιστορίες πηδάνε τους ξύλινους φράχτες. Οι ξυσμένες άκρες, οι μύτες οι αιχμηρές, δυσκολεύουν το πήδημα, το καθυστερούν. Μέσα μου αναζητώ κάθε φορά τη γλώσσα των σπιτιών. Ψηλά τα δέντρα, θεριεύουν τεράστια. Σκεπάζουν τα ερειπωμένα, κλειστά άδεια σπίτια. Μ’ αυτό όμως όλα ήταν αλλιώτικα. Δεν το ήξερα. Δεν είχα κάτσει απέξω να το παρατηρήσω Ούτε τη θέση του πρόλαβα καλά-καλά να καταλάβω – πίσω από άλλα, σε μια ανηφόρα, ούτε αυτοκίνητο περνούσε ούτε άνθρωπος, μόνο το βουνό φαινόταν. Ένα μαύρο βουνό που τη νύχτα θα γέμιζε φωνές. Τσακάλια και λύκοι.