Κάτω απ’ το Σάος, το φεγγάρι


 

Οι πέτρες έχουν σκούρα καφεπράσινα μπαλώματα τόπους τόπους. Στο χώμα είναι βελανίδια ξερά κ φύλλα στρωμένα παντού. Φυσάει βορινός άνεμος και ο ήλιος κρύβεται κάπου κάπου στα σύννεφα. Κάτι άσπρα μικρά σύννεφα στον ουρανό. Προσπαθώ να φανταστώ τη μαρμάρινη Νίκη ν’ ατενίζει τη θάλασσα και να χαιρετάει με την παλάμη της όρθια τους επισκέπτες. Δεν έχει κεφάλι. Δεν βρέθηκε ποτέ. Τότε όμως θα είχε ένα όμορφο καλοχτενισμένο κότσο, κορδέλες στα μαλλιά, μύτη, στόμα και μάτια ολόφωτα. Αριστερά και πίσω μου έχω τη Στοά και τα σημάδια από τα άλλα κτίρια με τις στέγες και τους μεγάλους κίονες. Εστιατόρια, νεώριο, αφιερώσεις πόλεων και αταύτιστα ερείπια. Είμαστε σχεδόν μοναχοί μας. Μια κοπέλα καθισμένη οκλαδόν πάνω στις αρχαίες πέτρες, χαμηλά, όπως βλέπουμε μπροστά μας τις όρθιες κολόνες του Ιερού, μοιάζει να προσεύχεται. Σκύβει τη μέση, απλώνει τα μπράτσα της να αγγίξει το χώμα, ύστερα σηκώνει αργά το κορμί, μαζί το κεφάλι και τα χέρια της υψωμένα στον ήλιο. Τον Θεό που υπήρχε πριν από το Δία, πριν από τους ναούς των ανθρώπων, όταν όλες οι τελετές και κάθε λατρεία γινόντουσαν στο ύπαιθρο. Δίπλα στο ποτάμι, κάτω από τα ψηλά δέντρα, πάνω στις μεγάλες θεόρατες κοτρώνες.

Αργότερα η μεγάλη Θεά αυτή με τις πλατιές λαγόνες που γεννάει τη ζωή, ταυτίστηκε με τη Δήμητρα και πιο ύστερα, λένε, με την Παναγία.

Γύρω μας, πολύ κοντά μας είναι το βουνό με τις κορυφές του, τις όρθιες πέτρες του και το πράσινο χορτάρι του, καινούριο κάθε χρόνο. Αγκορτσιές τεράστιες και κάτι άλλα σκουρόχρωμα δέντρα που μοιάζουν με πουρνάρια  κι άλλα σαν σκίνα που ανεβαίνουν στις πλαγιές. (Σφεντάμια, πλατάνια, βελανιδιές, μελιοί και σκλήθρες διάβασα μετά στη Βικιπέδια). Βλέπω και άλλα φυτά, νανάκια τα ονόμασα μόνη μου, άγνωστα που τρυπάνε το συρματόπλεγμα. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια. Μπορεί να ήταν πουρνάρια, γλατζινιές ή κάτι ανάμεσα που όμως τα φάγανε τα αγριοκάτσικα του νησιού, τα αλάλιασε ο αέρας και με τα χρόνια εξελίχτηκαν σε τούτα τα παράξενα κούτσουρα με τις λίγες πράσινες κουτσουρεμένες αγκαθωτές φουντίτσες. Τα είδα κ μετά στις χέρσες πλαγιές, που ανεβαίνανε ολομόναχες και γυμνές προς την κορυφή του Σάος.

Κατάφυτο και πετρώδες τοπίο, θα το έλεγα. Μικρά πετραδάκια και πέτρες μεγάλες σε χρώματα κυρίως γκρίζα, καφέ και μαύρα. Το ποτάμι με τις τεράστιες κροκάλες του, στεγνό.

Έχουμε καλό νερό εδώ, φέτος όμως με την ανομβρία στέρεψαν όλα, ακούω τη γυναίκα στο ταμείο, ενώ σκοντάφτω στα ξεραμένα σωρουλάκια, που έχουνε βγάλει τα μυρμήγκια. Χώμα και μυρμηγκήσια αγαθά στον αδυσώπητο ήλιο.

Περπατάμε αργά κάτω από τη ζέστη του Σεπτέμβρη, στηριγμένοι στα χοντρά μας ματσούκια. Φοράμε κλειστά παπούτσια να μη γλιστρήσουμε στις πέτρες και στα μικρά πετραδάκια. Μια σιδερένια γέφυρα σπασμένη δεν επιτρέπει την επίσκεψη στον Θόλο της Αρσινόης και στο Ανάκτορο, όμως να! το Ιερό, η αυλή του Βωμού, η Αίθουσα των Αναθημάτων. Πιο πάνω, ανεβαίνοντας στην σηματοδοτημένη διαδρομή βλέπουμε και τα υπόλοιπα: το Πρόπυλο του Πτολεμαίου Β, τη Νότια Νεκρόπολη, το Πρώτο Ανάκτορο...

Στάθηκα στον Θεατρικό Κύκλο την πιο πολλή ώρα. Εκεί, όπως διάβασα, ήταν η εισαγωγική μύηση για την αναζήτηση της Αρμονίας, της αδερφής του Δάρδανου, η οποία κατοικούσε στον τόπο. Η Αρμονία μια κόρη του Δία ή του Άρη με ανθρώπινη μορφή, έτσι που να υπάρχει πιθανότητα να τη συναντήσει ο υποψήφιος μύστης ως εκπληκτικό όραμα τριγυρίζοντας μέσα στο σκοτάδι και δοκιμάζοντας διάφορες αγωνίες πορευόμενος προς την “τελετή” για να καταλήξει στην “εποπτεία”, το τελευταίο στάδιο της μύησής του στα Μυστήρια της Σαμοθράκης.  

Μπαίνετε ανάποδα, πρέπει να σας το πω αυτό να το ξέρετε, μας είχε διευκρινίσει χτες η φύλακας, όταν κάναμε την αποτυχημένη πρώτη επαφή μας με τον χώρο. Δεν προλαβαίναμε κείνο το μεσημέρι, έκλειναν σε λίγο οι πόρτες, τα κάγκελα, το συρματόπλεγμα και αφήνονταν οι θεοί στην ησυχία τους. Αύριο, που θα έρθετε, δεν θα είμαι εγώ εδώ θα είναι άλλη συνάδελφος, και θέλω να το έχετε στο μυαλό σας, επέμενε αυτή η άγνωστη φύλακας, που μπορεί κάτι να είδε πάνω μας, ή απλά να ήταν από μόνη της έτσι επίμονη και ακριβής και να τα επαναλάμβανε αυτά σε όλους τους επισκέπτες, σαν να ήταν επιφορτισμένη με τέτοια αποστολή, χρόνια εκεί φύλακας, κοντά στο Ιερό, σε όλη την πετρώδη πλαγιά. Η Ιερή Πομπή της μύησης ξεκινούσε από το ανατολικό μέρος, μας έδειχνε στο σχεδιάγραμμα. Πάνω στην κορυφή, εκεί που θα φτάσετε στο τέλος. Ο σημερινός επισκέπτης ακολουθεί την ανάποδη πορεία της μυστικής πομπής, επέμενε.

Το θυμάμαι τώρα καθώς περπατώ με τη βοήθεια του ξύλου μου,  συμβουλεύομαι συνεχώς το σχεδιάγραμμα, διαβάζω τις σημειώσεις και τις πληροφορίες και προσπαθώ να αισθανθώ τα vibes του τόπου για τα οποία όλοι μιλάνε. Περπατάω στα δρομάκια, στέκομαι δίπλα στις μεγάλες πέτρες κάτω από τους όρθιους κίονες. Κοίτα αυτοί έχουν άλλο χρώμα, ακούω δίπλα μου τον συνοδοιπόρο να υπολογίζει. Πιστεύω πως είναι μεταγενέστεροι και τους έστησαν έτσι μετά την ανασκαφή, καταλήγει. Μα επιτρέπονται τέτοιες επεμβάσεις στις αρχαιότητες! Η κοπέλα από το ταμείο, εξυπηρετική, όμορφη που πήγαινε κι αυτή στην τουαλέτα, μας έλυσε την απορία, ναι τα πιο πολλά κομμάτια είναι καινούρια.

Όμως μετά, στο μουσείο, όταν ξαναμπήκαμε τελειώνοντας την περιήγηση και πριν εγκαταλείψουμε το μέρος, τον είδαμε τον ψηλό μονόλιθο της αρχαίας κολώνας. Σχεδόν άγγιζε το ταβάνι. Και βίντεο και μακέτες και ψηφιακές αναπαραστάσεις και πλήθος θραύσματα των αιώνων παραταγμένα στις τέσσερις αίθουσες, μαζί και η αρχαία επιγραφή φωτεινή στο πρωτότυπο και μεταφρασμένη: “αμύητον μη εισιέναι”   

Στα Θέρμα, το απόγευμα, καθισμένοι κάτω από τα θεόρατα πλατάνια με το νερό να τρέχει λίγο λίγο στο αυλάκι και τους αλλιώτικους τουρίστες να ξεπηδάνε από παντού, τα καταλάβαμε και τα vibes. Θα έμενα εδώ μερικές μέρες, είπες. Μόνο να ακούω το νερό, να κοιτάω τη θάλασσα και τα χρώματά της, έτσι όπως αλλάζει βραδιάζοντας


 

Ελένη Γούλα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

πράγματα

"κέρβερος"