επίσκεψη σε βουλευτή
"Μας έβαλαν σε ένα δωμάτιο όπου είχε δυο σειρές με καθίσματα. Όχι τίποτα αναπαυτικά μαξιλάρια, καρέκλες ξύλινες ήτανε. Περιοδικά του κόμματος στα τραπεζάκια από φορμάικα και στους τοίχους που ήτανε βαμμένοι κρεμ, φωτογραφίες του βουλευτή. Με τον αρχηγό, με τους ψηφοφόρους, σε ομιλίες, σε μπαλκόνια. Κι άλλοι περίμεναν να τους δεχτεί ο βουλευτής. Ανάμεσά τους γυναίκες και άντρες με χέρια και πρόσωπα μαυρισμένα από τον ήλιο. Άνθρωποι της υπαίθρου ηλικιωμένοι. Τους συνόδευαν νεότεροι με πιο τρυφερό δέρμα. Καθόντουσαν δίπλα-δίπλα στις άβολες καρέκλες και δε μιλούσανε μεταξύ τους.
Βαριόμουνα να περιμένω. Κάπου-κάπου έβγαινε μια γυναίκα – αδιάφορη, δε θυμάμαι καθόλου πώς ήταν – και όλοι πέφτανε απάνω της, πότε θα δούνε το βουλευτή. Περιμένετε! Θα σας δεχτεί ο κύριος τάδε. Ο βουλευτής δεν ήταν μέσα. Επαναλάμβανε.
--Ήρθαμε από την επαρχία! Είπε σε κάποια φάση μια γυναίκα με ηλιοκαμένο πρόσωπο και ο νεαρός από δίπλα της τη συγκράτησε κοκκινίζοντας. Ντρεπότανε που ήταν εκεί σε κείνο το μέρος και τον καταλάβαινα απόλυτα. Η μάνα του – μοιάζανε μεταξύ τους πολύ – θα επέμενε να έρθουν στον βουλευτή, ίσως είχε τελειώσει κάποια σχολή ο νεαρός, ίσως είχε πτυχίο και έψαχνε για δουλειά. Ίσως στο χωριό του ψηφίζανε όλοι οι συγγενείς τον βουλευτή και η μάνα του ερχότανε να προτάξει το σύνολο των ψήφων που είχε να παίρνει ο βουλευτής αν «τακτοποιούσε» το γιο της. Είχα βαλθεί τότε να τους προσέχω και ξέχασα τη βαρεμάρα μου. Μου είχε κάνει εντύπωση που ο νεαρός είχε έρθει με τη μάνα του και όχι με τον πατέρα. Είχε τσαγανό η γυναίκα βέβαια, φαινότανε να μη δειλιάζει και να μη ντρέπεται ούτε για τα χοντρόπετσα χέρια της ούτε για τα ασημένια μαλλιά της. Ίσως ο άντρας της να ήταν άβουλος, ίσως να μην είχε λέγειν... ίσως όμως να μη συμφωνούσε κιόλας με τις μεθόδους αυτές. Ίσως ήταν κανένας φωτισμένος άντρας που θα ήθελε ο γιος του να προκόψει με την αξία του και όχι με ρουσφέτια. Ίσως να του έλεγε σφίγγοντας τα χείλη: εγώ σε σπούδασα εσύ τώρα ψάξε να βρεις δουλειά αντάξια των προσόντων σου... ίσως...
Με τέτοιες σκέψεις είχε περάσει τότε η ώρα και είχαμε μπει σε ένα άλλο γραφείο πιο μέσα, μας είχε οδηγήσει η γυναίκα, όπου υπήρχε η ίδια διακόσμηση αλλά εδώ είχε αναπαυτικές πολυθρόνες για τους επισκέπτες. Ένας σοβαρός κύριος χωρίς πολλές κουβέντες, πίσω από ένα σκούρο γραφείο είχε κρατήσει τα στοιχεία μας, και είχε ακούσει το φίλο μου με προσοχή. Όχι την κασέτα με τις συνομιλίες δεν την είχαμε φέρει μαζί μας, έλεγε ο φίλος μου που σπούδαζε ηλεκτρονικός και ανακατευότανε με ό,τι ηλεκτρονικό ή ψηφιακό μέσον δούλευε ή δε δούλευε. Μπορούσε όμως να βεβαιώσει, τόνιζε, ότι έτσι όπως έμπαινε και έβγαινε από τα κυκλώματα, έπιασε κάτι περίεργες συνομιλίες και κατάλαβε ότι κάποιοι υποκλέπτανε τις τηλεφωνικές συνομιλίες του κύριου βουλευτή. Άκουσε το όνομα και άλλα περίεργα…
Ο σοβαρός κύριος περίμενε να τελειώσει ο φίλος μου, σημείωσε κάτι σε ένα χαρτί και μας έσφιξε το χέρι.
Βγήκαμε από το γραφείο στο δρόμο αμίλητοι.
Ντρεπόμουνα πολύ αλλά μέσα μου ένιωθα μια παράξενη ελπίδα. Μια ελπίδα που έμοιαζε κάπως με κείνη που μας καρφώνεται όταν παίρνουμε ένα λαχείο και θέλουμε πολύ να κερδίσει. Και ονειρευόμαστε βαθιά, μόνο που δεν ομολογούμε τα όνειρά μας, γιατί ξέρουμε καλά πως οι πιθανότητες να κερδίσουμε το λαχείο και να γίνουμε σε μια νύχτα πλούσιοι είναι τόσο μα τόσο μηδαμινές…
Ήταν η δεκαετία του ‘80,” κατέληξε η γυναίκα που μιλούσε. “Η πρώτη και τελευταία φορά που πήγα σε πολιτικό γραφείο βουλευτή”
Σταύρωσε τα πόδια της έριξε μια ματιά σε όσους την άκουγαν τριγύρω στην αίθουσα και ύστερα άναψε τσιγάρο. Είχε ωραία πόδια και, για την ηλικία της, πάνω από πενήντα, κρατιότανε πολύ καλά.
Τόσο το χειρότερο γι αυτήν, σκέφτηκα παίρνοντας τη θέση που είχε οριστεί από το σχέδιο. Ό, τι και να λέγανε ό, τι και να κάνανε, όποιοι και να ήτανε, όπως κι αν είχανε ζήσει. Από τη στιγμή που μπήκαν σε τούτη την αίθουσα η μοίρα τους είχε γραφτεί…
Βγήκα κι έκλεισα την πόρτα με το βαρύ λουκέτο, που είχα μαζί μου. Σε λίγο όλα θα είχανε γίνει στάχτη.
Ελένη Γούλα
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου